Από τότε που η κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρόθεσή της να αλλάξει το νομικό και συνταγματικό καθεστώς που διέπει την τριτοβάθμια εκπαίδευση πολλά ακούστηκαν και γράφτηκαν. Και ακόμα περισσότερα θα ακουστούν και θα γραφτούν μέχρι την τελική ρύθμιση, όποια και να είναι αυτή. Αναμενόμενο θα έλεγα. Διότι το θέμα έχει μια ιδεολογικά συμβολική διάσταση. Και όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, οι οπτικές γωνίες μεταξύ των οποίων καλούμαστε να διαλέξουμε είναι πολλές.
Νομίζω ότι μια τέτοια οπτική γωνία είναι η ορολογία της κυβερνητικής πρότασης, το πώς δηλαδή ονομάζει τα πράγματα. Φαίνεται απλή και αθώα. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για ένα επικοινωνιακό τέχνασμα που προσπαθεί να υποκλέψει τη συναίνεσή μας, τονίζοντας κάποιες όψεις της διαμάχης και ταυτόχρονα αποσιωπώντας ορισμένες άλλες που δεν τη συμφέρουν. Για να μιλήσουμε με παραδείγματα, τα καινούργια Πανεπιστήμια ορίζονται ως «μη κρατικά» για να αποφευχθεί η κοινόχρηστη και σε όλους μας γνωστή διάζευξη ανάμεσα στο δημόσιο αγαθό και το ιδιωτικό συμφέρον. Και πιο συγκεκριμένα, στην επιχειρηματολογία της κυβέρνησης δεν μνημονεύεται καν, αλλά εξυπακούεται η λέξη «δίδακτρα» επειδή μας υπενθυμίζει ότι κάποιοι γονείς μπορούν και κάποιοι δεν μπορούν να τα πληρώσουν.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ιδεολογική φύση του προβλήματος. Η νεοφιλελεύθερη αφήγηση επικαλείται τον ιδρυτικό μύθο της που όχι μόνο εξηγεί, αλλά και δικαιώνει την κοινωνική ανισότητα. Δηλαδή, τον υγιή ανταγωνισμό επί ίσοις όροις –αυτό ας το κρατήσουμε κατά νου– επιβραβεύοντας τον πιο άξιο. Σε μια πρώτη ματιά φαίνεται, και θα έλεγα ότι είναι, μια ανάγνωση των πραγμάτων σχεδόν αυτονόητα ορθή.
Στην περίπτωση της παιδείας όμως υποκρύπτει την εξής λογική λαθροχειρία: η ισότητα που υποτίθεται ότι ισχύει στην εκκίνηση της ευγενούς άμιλλας που θα αναδείξει τους «νικητές» και τους «ηττημένους» παύει να ισχύει και τη θέση της παίρνει η αναπαραγόμενη ανισότητα. Και ο λόγος είναι προφανής: ακόμα κι αν δεχτούμε ότι δικαίως οι ικανοί απολαμβάνουν τα οφέλη των κόπων τους και ότι δικαίως τα στερούνται εκείνοι που απέτυχαν, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τα παιδιά τους επειδή η τύχη τους θα κριθεί όχι από τις δικές τους επιδόσεις, αλλά από τις επιδόσεις των γονιών τους. Κοντολογίς, αυτό που οι λάτρεις της ελεύθερης αγοράς στον χώρο της παιδείας επικαλούνται ως αρχικό υπόδειγμα είναι κάτι που δεν μπορεί εξ ορισμού να επαναληφθεί.
Κάπου διάβασα ότι η συμβίωση του δημόσιου και του ιδιωτικού στην προπανεπιστημιακή εκπαίδευση ισχύει και χαίρει άκρας υγείας. Θα έλεγα ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Δεν είναι τυχαίο ότι πέντε πρωθυπουργοί της Μεταπολίτευσης είχαν φοιτήσει στο Κολλέγιο Αθηνών (Ανδρέας Παπανδρέου, Λουκάς Παπαδήμας, Γιώργος Παπανδρέου, Αντώνης Σαμαράς, Κυριάκος Μητσοτάκης). Το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι τα σχολεία με δίδακτρα, και τσουχτερά μάλιστα, λειτουργούν ως φυτώρια της εγχώριας ελίτ.
Τελικά ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος του κράτους; Από μια άποψη το αν θα υπάρχουν και πανεπιστημιακές σχολές με δίδακτρα δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία. Υπό έναν όρο όμως: ότι το κράτος θα παρέχει δωρεάν και σε όλους την καλύτερη δυνατή ανώτατη παιδεία. Σχετικά ο πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι το δημόσιο Πανεπιστήμιο αποτελεί προτεραιότητα. Ας κρατήσουμε όμως ένα (πολύ μικρό) καλάθι. Κατ’ αρχάς όφειλε να το πει. Και κατά δεύτερο λόγο, τα εκκωφαντικά χειροκροτήματα που εισέπραξε από εκείνους που ταυτίζουν τον εκσυγχρονισμό με τις ιδιωτικοποιήσεις δείχνουν ότι στην περίπτωση των λεγομένων «μη κρατικών» Πανεπιστημίων κερδήθηκε μια μάχη στον πόλεμο που έχουν κηρύξει οι οπαδοί της ελεύθερης αγοράς κατά του δημόσιου αγαθού, το οποίο ανήκει στους πάντες ανεξαιρέτως.
Για να τα λέμε όμως όλα, θα πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι για άλλη μία φορά μερικοί που σχίζουν τα ιμάτιά τους για τις ιδιωτικοποιήσεις στην παιδεία είναι εκείνοι που την υπονόμευσαν και την ευτέλισαν εκ των έσω. Είτε επιδιώκοντας το ατομικό τους «συνδικαλιστικό» συμφέρον (λόγου χάρη όχι στις αξιολογήσεις των εκπαιδευτικών από την ΟΛΜΕ), είτε επικαλούμενοι το πανεπιστημιακό άσυλο, μετέτρεψαν ή ανέχτηκαν τη μετατροπή των Πανεπιστημίων σε ορμητήρια ανεγκέφαλων και τραμπούκων που διατείνονται ότι κατά κάποιο τρόπο ο χώρος «ανήκει» από χέρι στην Αριστερά. Για λόγους που παραμένουν άγνωστοι.
Νομίζω ότι είναι σωστό, πλην όμως εύκολο, να επικρίνουμε την κυβέρνηση για την πρόθεσή της να διευκολύνει τη διείσδυση του ιδιωτικού στον χώρο ενός πολύτιμου δημόσιου αγαθού, όπως η δωρεάν πανεπιστημιακή παιδεία. Και ταυτόχρονα είναι επίσης σωστό, πλην όμως εύκολο, να καταλογίσουμε ευθύνες στην Αριστερά για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε την ηγεμονία της στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από το ’74 και μετά.
Ισως το πιο σωστό αλλά πολύ δύσκολο θα ήταν να παραδεχτούμε ότι ισχύουν και τα δύο.
