Κώστας Δεσποινιάδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Γιώργος Μερτίκας, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και εκδότης του σημαντικού περιοδικού «Λεβιάθαν» και των ομώνυμων εκδόσεων, δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας.

Ευγενική ιδιοσυγκρασία, πολυμαθής, στοχαστικός και πάντοτε σεμνός, άφησε το δικό του στίγμα με τα βιβλία και τα κείμενα που μας γνώρισε στα ελληνικά, είτε μέσω του περιοδικού και των εκδόσεων «Λεβιάθαν» είτε διάσπαρτα σε αρκετούς εκδότες με τους οποίους συνεργάστηκε.

Φίλος και μαθητής του Παναγιώτη Κονδύλη, μέλος του κύκλου των «Σημειώσεων», κομμάτι μιας εποχής όπου η πολιτική και το πνεύμα ήταν αδιαχώριστα – μιας εποχής που χάνεται δυστυχώς μαζί με τους τελευταίους εκπροσώπους της.

Πολιτικοποιήθηκε νωρίς, σε ηλικία μόλις 16 ετών συμμετείχε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου –μια σπάνια φωτογραφία του, στην πύλη του Πολυτεχνείου, σώζεται από εκείνες τις μέρες– κάτι για το οποίο σχεδόν ποτέ δεν μιλούσε και φυσικά δεν εξαργύρωσε.

Το σημαντικότερο δημιούργημά του υπήρξε αναμφίβολα το περιοδικό «Λεβιάθαν». Εκδόθηκε σε δύο περιόδους. Στην πρώτη, σύντομη, το 1984 εκδόθηκαν 3 τεύχη (παρεμπιπτόντως, ο εκδότης του ήταν μόλις 27 ετών τότε), ενώ στη δεύτερη, πιο ώριμη, από το 1988 ως το 1996, εκδόθηκαν 16 πολυσέλιδα τεύχη.

Ο «Λεβιάθαν» υπήρξε ένα σπάνιο δείγμα έντυπου κριτικού λόγου. Στις εκατοντάδες σελίδες των 16 τευχών βρίσκει κανείς κείμενα υψηλής θεωρητικής στάθμης για την κριτική θεωρία και τη Σχολή της Φρανκφούρτης, κείμενα γύρω από τη διαμάχη μοντέρνου/μεταμοντέρνου, κείμενα για τη θεωρία της δημοκρατίας κ.ά., ενώ αν δεν κάνω λάθος είναι και το πρώτο περιοδικό που έκανε αφιέρωμα στον Παναγιώτη Κονδύλη, ζώντος του φιλοσόφου. Συμπληρωματικό ρόλο δίπλα στο περιοδικό έπαιξε ο ομώνυμος εκδοτικός οίκος, που μεταξύ άλλων πρόσφερε εξαίρετα μεταφρασμένα και σχολιασμένα έργα, όπως η «Πολιτική θεολογία» του Καρλ Σμιτ, σε μετάφραση του Π. Κονδύλη.

Το περιοδικό έκλεισε για οικονομικούς λόγους – μια εποχή βαθύτατα αντιπνευματική δεν σήκωνε τέτοιους εκδοτικούς δονκιχωτισμούς, αλλά ο Μερτίκας συνέχισε την πνευματική του προσφορά. Μετά το κλείσιμο του περιοδικού, έκανε για λογαριασμό διάφορων εκδοτών μια σειρά από σημαντικές μεταφράσεις (μεταξύ άλλων, έργα των: Χάννα Άρεντ, Leo Strauss, Isaiah Berlin, Richard Sennett, Alexander Kojeve, Norbert Elias, Vilfredo Pareto, Άντονι Γκίντενς, Γκ. Μαξίμοφ κ.ά.) ή ανέλαβε υπεύθυνος εκδοτικών σειρών, προσπαθώντας να συνεχίζει ό,τι είχε ξεκινήσει με τον δικό του εκδοτικό οίκο. Ενδεικτικά μόνο να αναφέρω ότι χάρη στη δική του επιμονή πρωτοδιαβάσαμε Franz Neumann, έναν στοχαστή στον οποίο ο Μερτίκας επανερχόταν με διάφορες αφορμές.

Το δικό του συγγραφικό έργο περιλαμβάνει δεκάδες δοκίμια, σκόρπια σε περιοδικά και εφημερίδες, τα οποία ο Γιώργος, με την ιδιαίτερη και ανυποχώρητη σεμνότητά του, αρνήθηκε να εκδώσει σε δικό του βιβλίο. Γνωρίζω τουλάχιστον δύο περιπτώσεις εκδοτών (πιθανώς να υπάρχουν περισσότερες) που τον προέτρεψαν να συγκεντρώσει σε βιβλίο μέρος αυτού του υλικού, κάτι που ο ίδιος αρνούνταν πεισματικά, από μια αίσθηση μέτρου που είχε, καθώς η σύγκριση με τους σπουδαίους στοχαστές του παρελθόντος του προκαλούσε μάλλον δέος, απότοκο της πολύχρονης εκδοτικής και μεταφραστικής του ενασχόλησης με θεμελιώδη κείμενα του παγκόσμιου στοχασμού – ένα δέος στον αντίποδα της fast-food «θεωρίας» που παράγεται στις μέρες μας και της γενικευμένης αγραμματοσύνης που επιδεικνύεται ανερυθρίαστα.

Μιας και ο ίδιος ουδέποτε έγραφε «επί προσωπικού», έχει σημασία να δούμε ένα απόσπασμα από ένα δικό του κείμενο όπου κατ’ εξαίρεση το κάνει.  Ένα ταυτοτικό κείμενο, απολύτως ενδεικτικό του τι προσδιόρισε τον εκλιπόντα, γραμμένο για τον δεκαεφτάχρονο φίλο του Διομήδη Κομνηνό, ο οποίος ήταν και ο πρώτος νεκρός του Πολυτεχνείου. Γράφει λοιπόν ο Μερτίκας σε εκείνο το κείμενο, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Το έρμα» («Σημειώσεις», τχ. 52, Δεκέμβριος 1999):

«Το έρμα μας είναι ό,τι βαραίνει στη συνείδηση, ό,τι της προσδίδει ουσία και υλικό. Δίχως αυτό δεν έχουμε επίγνωση του τι λέμε και τι κάνουμε, είμαστε έρμαια καταστάσεων στις οποίες αφηνόμαστε ηδονικά μια και τούτες κεντρίζουν τα αισθητήρια όργανα προσφέροντας ικανοποίηση και αφήνοντάς μας συνάμα ανικανοποίητους στο διηνεκές. Το έρμα μας σε μιαν άλλη προοπτική είναι ό,τι πρόθυμα πετάξαμε άρον-άρον στη θάλασσα, ξαλαφρώνοντας, κι έτσι ταξιδεύουμε δίχως ρότα, χωρίς βάρος στη συνείδηση, κατά πού φυσάει ο άνεμος των μεταμοντέρνων καιρών.

Το έρμα μας είναι ο πρώτος πλους της νεότητας μέσα στον κόσμο. Η εμπειρία που μαζέψαμε παρακούγοντας τις ώριμες συμβουλές των μεγάλων καθώς επαναλάμβαναν μονότονα το μάθημα της προσαρμογής και της σωφροσύνης: «Θα μεγαλώσεις και συ και θα δεις πως έχω δίκιο». […]

Κάπως έτσι έρχονται ακόμη στ’ αυτιά μου οι συμβουλές των ώριμων λίγο πριν, λίγο μετά τον Νοέμβρη του 73. Όταν με τον συμμαθητή μου Διομήδη Κομνηνό, αφήσαμε με την καρδιά μας μπιλιάρδα και σκιρτήματα του νου για να βρεθούμε στο Πολυτεχνείο.

Τριάντα χρόνια περίπου μετά, αναλογίζομαι «ώριμα» κείνα τα χρόνια. Σκέφτομαι χαρές και λύπες, ματαιώσεις, αυταπάτες, αμφιταλαντεύσεις κι άλλα πολλά που ακολούθησαν. Ό,τι δεν πρόλαβε να χαρεί ο συμμαθητής μου, ό,τι δεν πρόλαβε να κάμει. Κι αναρωτιέμαι: Άξιζε τον κόπο; Με τι μέτρο ωστόσο μπορεί ν’ απαντήσει κανείς σ’ ένα τέτοιο ερώτημα; Με το μέτρο της ιστορίας μήπως; Μα τότε για μια ακόμη φορά μπροστά σ’ αυτόν τον τελικό κριτή θ’ αποδειχτεί πως κάναμε λάθος. Θ’ αποδειχτεί πως ο στρωτός κυνικός λόγος των ώριμων είχε το δίκιο με το μέρος του, μια και η επιτυχία είναι ο τελικός κριτής. […]

Πολλές φορές τέτοιες μέρες το σκέφθηκα και δεν το κοινώνησα μα είχα πάντα την αίσθηση μιας τύχης που δεν έλαχε στον συμμαθητή μου, μιας ευκαιρίας που μου δόθηκε κι έπρεπε να τη σεβαστώ. Ο σεβασμός σ’ αυτήν την τύχη, στο τυχαίο γεγονός της ύπαρξης, είναι το δικό μου έρμα, ό,τι καθορίζει τον εσωτερικό διάλογο, πρόκριμα για τη λήψη απόφασης στη ζωή. Κι έτσι δεν μπορώ παρά να πω: Καλύτερα με τον Διομήδη και να κάνω λάθος παρά με τους ώριμους και να ’χω δίκιο». .

Κλείνοντας αυτό το σύντομο σημείωμα, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να συνοψίσει όλα όσα ήταν ο Γιώργος, ας μου επιτραπεί ένα προσωπικό σχόλιο: Τον αυτονόητο πόνο για την απώλεια ενός φίλου, ενισχύει η μελαγχολική διαπίστωση ότι το κενό που αφήνουν τέτοιοι θάνατοι είναι δυσαναπλήρωτο, γιατί η εποχή μας όχι μόνο δεν γεννά πια ανθρώπους σαν τον Γιώργο Μερτίκα αλλά και δεν τους ανέχεται.

Η κηδεία του θα γίνει τη Δευτέρα 27 Νοεμβρίου στις 12:00 στο Πρώτο Νεκροταφείο.

*Εκδότης-συγγραφέας