Αύξηση εγκλημάτων μίσους, επιθετικότητα, ρατσισμός. Η καθημερινότητα για εκατομμύρια μουσουλμάνους που ζουν στην Ευρώπη έχει αλλάξει άρδην μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ και το σαρωτικό αιματοκύλισμα από το Τελ Αβίβ στη Γάζα.
Το πρακτορείο Reuters πραγματοποίησε σειρά επαφών με μουσουλμάνους που κατοικούν σε διάφορες χώρες καταγράφοντας τις μαρτυρίες τους.
Ο Τζιάν Ομάρ είναι βουλευτής από το Βερολίνο κουρδοσυριακής καταγωγής και δηλώνει ότι αισθάνεται απροστάτευτος από την αστυνομία, μετά από επίθεση που δέχθηκε με φλάιερ που περιείχαν λόγια μίσους, γυαλιά και περιττώματα. Αυτό δεν είναι το μόνο περιστατικό, καθώς άγνωστοι έσπασαν ένα παράθυρο στο γραφείο του, ενώ ένας άνδρας του επιτέθηκε κραδαίνοντας ένα σφυρί.
Τα τρία περιστατικά αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της αυξανόμενης εχθρικότητας κατά μουσουλμάνων εντός Ευρώπης, τα οποία πυροδοτούνται ανά περιπτώσεις και από πολιτικούς. Αυτό δηλώνουν περισσότεροι από 30 ηγέτες και εκπρόσωποι μουσουλμανικών κοινοτήτων, προσθέτοντας ότι τα περιστατικά δεν αναφέρονται, καθώς δεν υπάρχει εμπιστοσύνη προς την αστυνομία.
«Αισθάνομαι πραγματικά μόνος και εάν κάποιος με το στάτους ενός εκλεγμένου αντιπροσώπου δεν μπορεί να προστατευθεί τότε πώς αισθάνονται άλλοι άνθρωποι;» δηλώνει ο Ομάρ και προσθέτει ότι η αστυνομία πραγματοποιεί έρευνες, αλλά του είπα ότι δεν μπορούν να προσφέρουν περισσότερη ασφάλεια στα γραφεία του.
«Φανταστείτε εάν ένας λευκός Γερμανός πολιτικός δεχόταν επίθεση από έναν μετανάστη ή έναν πρόσφυγα» τονίζει, υποστηρίζοντας ότι οι δυνάμεις ασφαλείας κάνουν περισσότερα για τέτοιες περιπτώσεις. Από την πλευρά της η αστυνομία του Βερολίνου δεν απάντησε σε ερώτηση του Reuters για σχόλιο.
Τα εγκλήματα μίσους έχουν αυξηθεί δραματικά στην Ευρώπη μετά την 7η Οκτωβρίου. Σύμφωνα με το Reuters τα αντισημιτικά περιστατικά έχουν αυξηθεί κατά 1.240% στο Λονδίνο, ενώ παρουσιάζουν αύξηση σε Γαλλία και Γερμανία.
Τα επίσημα στοιχεία, ακόμη, δείχνουν μικρότερη αύξηση στα περιστατικά κατά μουσουλμάνων σε Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία. Αυτό, όμως, δεν συμπεριλαμβάνει το πραγματικό μέγεθος των επιθέσεων και της εχθρότητας κατά τζαμιών και ατόμων, ανάμεσά τους και μικρά παιδιά στα σχολεία τους, σύμφωνα με τις δηλώσεις εκπροσώπων στο Reuters.
Η Ζάρα Μοχάμεντ, γενική γραμματέας του μουσουλμανικού συμβουλίου στη Βρετανία, δηλώνει ότι η κυβερνητική γλώσσα, όπως το να αποκαλεί τις διαδηλώσεις υπέρ της Παλαιστίνης ως «πορείες μίσους» έχει κάνει τη μάχη κατά του αντισημιτισμού και για τα δικαιώματα των μουσουλμάνων αρκετά θολή στα μάτια των ανθρώπων.
«Οι υπουργοί έχουν υπάρξει πραγματικά απρόσεκτοι, λανσάροντας πολιτισμικούς πολέμους και βάζοντας τις κοινότητες τη μία απέναντι στην άλλη και αυτό είναι πολύ διχαστικό και επικίνδυνο» δηλώνει, την ώρα που η βρετανική κυβέρνηση δεν απάντησε σε ερώτηση του πρακτορείου.
Οι μουσουλμάνοι της Ευρώπης νιώθουν ευάλωτοι και το αίσθημα αυτό ενισχύθηκε μετά από την εκλογική νίκη του Ολλανδού ακροδεξιού Γκέρτ Βίλντερς, ο οποίος έχει στο παρελθόν ζητήσει την απαγόρευση του κορανιού και της λειτουργίας τζαμιών στη χώρα του.
Στο τζαμί Μπεν Ναντίς της Ναντέρ ηλικιωμένοι πιστοί φοβούνται να βρεθούν στην προσευχή μετά από γραπτή απειλή εμπρησμού από έναν ακροδεξιό.
Ο επικεφαλής του τζαμιού, Ρασίντ Αμπντούνι δηλώνει ότι το αίτημα για περισσότερη αστυνομική προστασία δεν έγινε δεκτό. Οι τοπικές αρχές από την πλευρά τους δηλώνουν ότι περιπολούν την περιοχή, αλλά δεν έχουν τις ανάλογους πόρους που απαιτούνται.
Δεν αναφέρουν τα περιστατικά
Απόπειρες εμπρησμού, λεκτική βία, βανδαλισμός και ένα κεφάλι γουρουνιού αφημένο έξω από τζαμί είναι μερικές από τις περισσότερες από 700 αναφορές ισλαμοφοβικών περιστατικών στη Βρετανία από την 7η Οκτωβρίου κι έπειτα. Αυτό αναφέρει η οργάνωση Tell Mama κάνοντας λόγο για πολλαπλασιασμό περιστατικών. Η οργάνωση αναφέρει μόνο μέρος από τα περιστατικά, μετά από συναίνεση των θυμάτων.
Το γαλλικό μουσουλμανικό συνέδριο έλαβε 42 γράμματα με απειλές ή προσβολές από τις 7 Οκτωβρίου έως την 1η Νοεμβρίου, αλλά δεν έχει κάνει αναφορά για κανένα από αυτό, δηλώνει ο αντιπρόεδρος Αμπντάλα Ζεκρί.
«Η μεγάλη πλειονότητα των μουσουλμάνων δεν καταθέτει στις αρχές. Ακόμη και οι επικεφαλής των τζαμιών δεν το κάνουν αυτό. Δεν θέλουν να περάσουν δύο ώρες ή και παραπάνω σε ένα αστυνομικό τμήμα για να υποβάλουν παράπονο που, τελικά, θα απορριφθεί» σημειώνει.
Στη Γερμανία, επίσης, η αστυνομία δεν καταγράφει τα ισλαμοφοβικά εγκλήματα ως τέτοια εξαιτίας έλλειψης ευαισθητοποίησης, για παράδειγμα, επιθέσεις σε τζαμιά πολλές φορές καταγράφοντα απλά ως καταστροφή σε περιουσία, σύμφωνα με την ΜΚΟ Claim.
Η οργάνωση, ακόμη, αναφέρει ότι «τα θύματα ρατσισμού που είναι μουσουλμάνοι ή πιστεύεται ότι είναι μουσουλμάνοι φοβούνται πως θα βρεθούν ξανά θύματα εφόσον πάνε στις αρχές, καθώς είτε δεν θα τους πιστέψουν είτε θα θεωρήσουν ότι είναι οι ίδιοι δράστες».
Εκπρόσωπος της βρετανικής κυβέρνησης αναφέρει στο Reuters ότι «δεν πρέπει να υπάρχει καμία ανοχή στον αντισημιτισμό και στο μίσος κατά των μουσουλμάνων» προσθέτοντας ότι η αστυνομία αναμένεται να ερευνήσει πλήρως τις επιθέσεις.
Το γερμανικό υπουργείο Εσωτερικών δήλωσε ότι «αντιμετωπίζει κάθε είδος μίσους, όπως η ισλαμοφοβία», σημειώνοντας ότι το περασμένο έτος πραγματοποίησε μελέτη για να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη κατανόηση για τον ρατσισμό κατά των μουσουλμάνων.
Στη Γαλλία, ο υπουργός Εσωτερικών Ζεράλντ Νταρμανέν ανέφερε πρόσθετες αντιμουσουλμανικές ενέργειες από τις 7 Οκτωβρίου, ωστόσο τα γαλλικά επίσημα στοιχεία για το 2023 εμφανίστηκαν σε τροχιά πτώσης, με 130 περιστατικά έως τις 14 Νοεμβρίου, έναντι 188 περιστατικών που καταγράφηκαν όλο το περασμένο έτος. Το υπουργείο δεν απάντησε σε αίτημα για σχολιασμό.
Ιστορία
Τόσο η Γαλλία όσο και η Γερμανία ανέπτυξαν θεσμικούς μηχανισμούς για να ανταποκριθούν σε αντισημιτικές ενέργειες μετά το Ολοκαύτωμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ως απάντηση στη συνεχιζόμενη προκατάληψη κατά των Εβραίων.
Το αποικιακό και θρησκευτικό παρελθόν της Δυτικής Ευρώπης έχει επίσης θεωρήσει το ισλάμ οπισθοδρομικό και ξένο, συμβάλλοντας σε εδραιωμένη προκατάληψη μεταξύ τμημάτων του πληθυσμού και των θεσμών, δήλωσε ο Ρεζά Ζία-Εμπραχιμί, ιστορικός στο Kings College του Λονδίνου και συγγραφέας του «Antisemitism and Islamophobia: an enangled history”.
Οι επιθέσεις από ισλαμιστές μαχητές στην Ευρώπη ή στο εξωτερικό έχουν συχνά επιπτώσεις στον γενικό μουσουλμανικό πληθυσμό.
Μετά τα αντιμουσουλμανικά κρούσματα–ακόμη και αντιμουσουμανικά σχόλια από ειδικούς στην τηλεόραση– ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν είπε την περασμένη εβδομάδα ότι «το να προστατεύεις τους Γάλλους εβραϊκής πίστης δεν σημαίνει ότι πρέπει να συκοφαντείς τους Γάλλους μουσουλμανικής πίστης».
Ωστόσο, σύμφωνα με τον ιστορικό Ζία-Εμπραχιμί, η απόφαση του υπουργείου Εσωτερικών της Γαλλίας να απαγορεύσει τις φιλοπαλαιστινιακές διαδηλώσεις ως κίνδυνο για τη δημόσια τάξη μετά τις επιθέσεις της Χαμάς καλλιέργησε την άποψη ότι οι Άραβες είναι επιθετικοί και ότι οι υποστηρικτές των Παλαιστινίων υποκινούνται από αντισημιτισμό.
Η Διεθνής Αμνηστία χαρακτήρισε τη γενική απαγόρευση δυσανάλογη.
Ο Αϊμάν Μαζιέκ του Γερμανικού Μουσουλμανικού Συμβουλίου είπε ότι χρειάζεται ένας επίτροπος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για την ισλαμοφοβία για να συμπληρώσει τους υπάρχοντες επιτρόπους για τον αντισημιτισμό και τον ρατσισμό κατά των Ρομά.
«Το γεγονός ότι έχουμε τόσους πολλούς επιτρόπους στη Γερμανία και κανέναν επίτροπο ειδικά για το ισλάμ αποτελεί από μόνο του διάκριση», σχολίασε.
Ο νεοδιορισθείς επίτροπος της Γερμανίας για τον ρατσισμό, Ρέεμ Αλαμπάλι-Ράντοβαν, αναγνώρισε την ανάγκη για καλύτερη παρακολούθηση αφού η έρευνα του υπουργείου Εσωτερικών έδειξε ότι ένας στους δύο Γερμανούς έχει ισλαμοφοβικές απόψεις.
Για ορισμένους μουσουλμάνους στη Γερμανία, η οποία έχει υποδεχτεί περίπου ένα εκατομμύριο Σύρους και λίγο λιγότερους από 400.000 Αφγανούς τα τελευταία χρόνια, η αυξανόμενη εχθρότητα προκάλεσε έκπληξη.
Η Γκάλια Ζαγκάλ πήγε στη Γερμανία από τη Συρία το 2015 και είπε ότι ποτέ δεν είχε μεγάλα προβλήματα με τις διακρίσεις. Αλλά λίγο μετά τις 7 Οκτωβρίου, την έσπρωξαν δύο φορές μέσα σε μια μέρα και ένας άντρας της φώναξε: «Αυτός είναι ο δρόμος μου, όχι δικός σου».
«Ήμουν πολύ σοκαρισμένη για να πάω στην αστυνομία», είπε η Ζαγκάλ, ιδιοκτήτρια ινστιτούτου αισθητικής στο Βερολίνο.
