Trickle-down economics ισχυρίζονται ότι αν ο ιδιωτικός τομέας της οικονομία ευημερεί, αν τα κέρδη, οι ρυθμοί ανάπτυξης και οι επενδύσεις πάνε καλά, τότε τα οφέλη της ανάπτυξης διαχέονται σε όλη την κοινωνία.
Όπως θα έλεγε με δικά του λόγια ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τότε οι μισθοί και τα εισοδήματα θα αυξάνονται, η ανεργία θα μειώνεται, η φτώχεια θα περιορίζεται. Η πείρα των τελευταίων δεκαετιών έχει αποδείξει ότι αυτή η αυτόματη συνεπαγωγή δεν ισχύει.
Ακόμη μία απόδειξη είχαμε χθες, με την κατάθεση στη Βουλή του κρατικού προϋπολογισμού του 2024 από τον υπουργό Οικονομικών Κωστή Χατζηδάκη. Ολες οι προϋποθέσεις των trickle-down economics συγκεντρώνονται στην τριετία 2022-2024: υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, «πάρτι» κερδοφορίας, υψηλοί ρυθμοί επενδύσεων, υψηλά δημόσια έσοδα. Ωστόσο, η διάχυση των ωφελημάτων προς τους εργαζόμενους και όσους/όσες φυτοζωούν στα όρια ή και κάτω από τα όρια της φτώχειας δεν φαίνεται στον ορίζοντα.
Ο υψηλός πληθωρισμός της διετίας 2022-2023 «φούσκωσε» τα έσοδα από φόρους, οι στόχοι του προϋπολογισμού ξεπεράστηκαν κατά πολύ, αλλά οι αυξήσεις στους μισθούς των δημόσιων υπαλλήλων και οι αυξήσεις στις συντάξεις δόθηκαν με το σταγονόμετρο, ύστερα από μία δεκαετία «παγώματος».
Ακόμη χειρότερα, οι κοινωνικές μεταβιβάσεις μειώθηκαν(!) και μάλιστα δραστικά. Αυτή η μείωση διαχέεται ή μετατρέπεται σε «τσιγκουνιά» σε πολλές κατηγορίες δαπανών, για προσλήψεις (ιδιαίτερα στους τομείς υγείας και παιδείας), για χρηματοδότηση δαπανών ενάντια στη φτώχεια κ.λπ.
Μόνο στην Ελλάδα η παιδική φτώχεια επεκτείνεται, ενώ καταγράφεται ποσοστό 12% εργαζόμενων φτωχών.
Ύστερα από μία δεκαετία μνημονιακής καταστροφής για τα εισοδήματα και το κοινωνικό κράτος και εν μέσω θριαμβολογιών για την ανάπτυξη, η κοινωνία δικαιούται πολλά περισσότερα από ψίχουλα.
Αντί για την απάτη των trickle-down economics, δικαιούται γενναίο μέρισμα για την ανασύνταξη του κοινωνικού κράτους και για την υπερκάλυψη των εισοδηματικών απωλειών.
