Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Του αρέσει ο Ντοστογιέφσκι αλλά και ο Τσάρλι Μπράουν, μια αφίσα του οποίου με λεζάντα «Χρειάζομαι όλους τους φίλους μου που μπορούν να έρθουν» ξεχωρίζει ανάμεσα στις δεκάδες ζωγραφιές του και βιβλία που καταλαμβάνουν κάθε σπιθαμή του γραφείου του στα Εξάρχεια. Σίγουρα ο Αλέξης Κυριτσόπουλος, όπως και ο ήρωάς του, μπορεί να πει τα πιο σοβαρά, τα πιο σημαντικά πράγματα με τον πιο απλό, τον πιο άμεσο τρόπο, ζωγραφίζοντας με έντονα, φωτεινά, δυναμικά χρώματα, με ουράνιο τόξο συναισθημάτων.

Ο Αλέξης Κυριτσόπουλος μάς είναι πολύ οικείος, εδώ και δεκαετίες «κυκλοφορεί» σε βιβλιοπωλεία και γκαλερί, μπαίνει στα σπίτια μας με τα εξώφυλλα για τα βιβλία του Στέλιου Ράμφου, του Χρήστου Βακαλόπουλου, τους δίσκους του Διονύση Σαββόπουλου, του Μάνου Χατζιδάκι, του Νίκου Ξυδάκη, τις εικόνες του για τους «Αχαρνής», τη «Λυσιστράτη», τις ιστορίες που αφηγείται στο «Παραμύθι με τα χρώματα», στο «Ασπρο άλογο», τη συνομιλία του με την ποίηση του Ρίτσου, του Σεφέρη, του Εγγονόπουλου, την αγάπη του για τον Δον Κιχώτη.

«Οι εικόνες του έχουν περάσει στο DNA μας», επισημαίνει ο ιστορικός Τέχνης Χριστόφορος Μαρίνος που επιμελείται τη μεγάλη αναδρομική έκθεση του Αλέξη Κυριτσόπουλου με τίτλο «Παράλληλα», η οποία εγκαινιάζεται στις 9 Δεκεμβρίου και στα δύο κτίρια της Πινακοθήκης του Δήμου Αθηναίων. Ετσι έχει happy end ο «εφιάλτης» που πέρασε, όπως λέει, έχοντας να διαλέξει από το πλήθος των έργων του – όσα δεν χώρεσαν θα τα δείξει με ψηφιακές προβολές. Ηταν όμως και μια καλή ευκαιρία να οργανώσει το αρχείο του για αυτήν την αναδρομική, που βλέπει να του ανοίγει νέες προοπτικές σε μια γόνιμη πορεία 60 χρόνων.

«Στην αρχή πέρασα αγωνία κοιτώντας αυτά που έχω κάνει, τι είναι καλό, τι δεν είναι, τι αξίζει να δείξω κι έτσι οδηγήθηκα να κάνω νέα κολάζ με τα παλιά μου έργα. Δεν αισθάνομαι ότι έχει τελειώσει η δουλειά. Στην αναδρομική υπάρχουν σταθμοί, περίοδοι ή έργα σαν να είναι ημιτελή, σαν να πάνε προς κάπου. Ε, με αυτό το κάπου θα ασχοληθώ από εδώ κι εμπρός», μας λέει ο γνωστός ζωγράφος, που είναι όλο εκπλήξεις. «Τώρα επίσης θα βγάλω ένα βιβλίο από τον Κέδρο με παλιές μου γελοιογραφίες. Ετσι όπως είναι η εποχή μας, μου ήρθε να κάνω πάλι γελοιογραφίες, αλλά συνειδητοποίησα ότι αυτά που έκανα 40 χρόνια πριν, είναι επίκαιρα, όχι πολιτικά, αλλά με καταστάσεις όπως η έλλειψη επικοινωνίας, η επιθετικότητα των ανθρώπων». Ακόμα ένα βιβλίο του θα κυκλοφορήσει από τον Ικαρο, στο οποίο εικονογραφεί μια ιστορία από την εξορία όπως την έζησε ο αείμνηστος φίλος του, γκαλερίστας Ασαντούρ Μπαχαριάν και του την αφηγήθηκε η γυναίκα του.

● Αλήθεια, πώς μπήκατε στη ζωγραφική; Το είχατε από μικρός;

Και το είχα και ήμουν εξοικειωμένος επειδή η μητέρα μου ζωγράφιζε. Πριν από τη δικτατορία δούλευα ως γελοιογράφος σε εφημερίδες κι έκανα σκίτσα που είχαν εικαστικό ενδιαφέρον, αλλά ήμουν και στη Νομική και το σκίτσο έγινε πάρεργο. Μεγάλος σταθμός στη ζωή μου ήταν ο σκιτσογράφος Στάινμπεργκ. Πήρα το ανθρωπάκι του σαν γραμμή, οπότε αυτό ήταν ένα άνοιγμα στην αφηρημένη ζωγραφική. Ετσι, μετά, όταν πήγα στο Παρίσι το 1967 και είδα ζωγραφική και διάβασα θεωρητικά πράγματα, εξαιτίας του Στάινμπεργκ είχα μια οικειότητα με τους αμπστρέ, με τον Καντίνσκι ή τον Κλέε τον οποίο λατρεύω.

● Ανοιξαν τα μάτια σας στο Παρίσι;

Τότε εδώ δεν είχαμε μουσεία. Τον Τσαρούχη, ας πούμε, τον ήξερα από τα «Νέα» που έλεγε κάτι χαριτωμένα – δεν είχα δει ποτέ δική του ζωγραφική ή του Μόραλη. Υπήρχαν κάποια βιβλία τέχνης στον Ελευθερουδάκη, είχα και τον φίλο μου τον Διονύση Φωτόπουλο που μου μιλούσε για τη ζωγραφική.

Μαζί είχαμε πάει στο σπίτι του Γιώργου Μαυροΐδη, του έδειξα κάτι σκιτσάκια, μου είπε «να έρχεσαι στην Καλών Τεχνών», πήγα για μία εβδομάδα και δεν ξαναπάτησα. Δεν καταλάβαινα πώς οι σπουδαστές έβλεπαν κάτι και το ζωγράφιζαν – εγώ δεν μπορούσα, μου έβγαινε γκροτέσκο. Και στο Παρίσι μπήκα και βγήκα σε σχολές, δοκίμασα να κάνω και animation. Αλλά εκεί είδα πολλή ζωγραφική σε μουσεία και εκθέσεις κάθε μέρα κι αυτό για μένα ήταν σχολή!

● Η αναδρομική τώρα είναι αφορμή για απολογισμό;

Σίγουρα, γιατί πέρασα κι αυτό το υπαρξιακό θέμα. Στην πρώτη φάση, πριν από τη δεκαετία του ’80, σε αυτά που ζωγράφιζα υπήρχαν σκληρά πράγματα και κοινωνική κριτική. Μετά εγκατέλειψα τα μαύρα, τα μελαγχολικά, και δούλεψα για μεγάλο διάστημα με «ευχάριστα», πολύ υπέρ της ζωής.

Ολο αυτό το διάστημα έκανα παράλληλα και εικονογραφήσεις. Δεν είχα εμπιστοσύνη στον εαυτό μου ότι θα μπορούσα να ζήσω μόνο με τη ζωγραφική – και οι άλλοι ζωγράφοι με κοιτούσαν με μισό μάτι αλλά κι εγώ δεν είχα αυτοπεποίθηση καθώς έκανα ακουαρέλα, όχι καμβάδες. Αυτός που μου συμπαραστάθηκε και με βοήθησε, εκτός από τους φίλους μου, τον Φωτόπουλο και τον Λεβίδη, ήταν ο Μπαχαριάν που μου έκανε μια έκθεση στην «Ωρα» και ξεθάρρεψα λίγο. Ετσι η πορεία μου πάει παράλληλα από τη μια στην εικονογράφηση και από την άλλη στη ζωγραφική και αυτά τα δύο γύρω στο 2000 συναντιούνται σε μερικά βιβλία που έχω κάνει όπως «Ο Πέτρος και ο Λύκος» στο Μέγαρο, τους ποιητές στον Ικαρο ή το «Κουράγιο». Επίσης σε όλη αυτήν την πορεία, από το 1965 μέχρι σήμερα, υπάρχει ο Σαββόπουλος.

● Μιλήστε μου για τη συνεργασία σας με τον Σαββόπουλο.

Στα εξώφυλλα έβγαζα τη διάθεσή μου να κάνω διαμαρτυρία, να κάνω γιορτή, πιο έντονα από τη ζωγραφική. Πίσω από τον Σαββόπουλο μου έβγαινε ό,τι ήθελα να κάνω σαν να ήταν το πρόσχημα ο ίδιος. Ο Διονύσης -ή εγώ- ήταν ο Σιρανό ή ο Κριστιάν; Δεν ξέρω ποιος ήταν πίσω από τον άλλον, ένα μπέρδεμα. Μετά ήταν το όνειρό μου να κάνω ένα εξώφυλλο του Χατζιδάκι και μου έτυχαν «Τα Παράλογα» – που δεν είναι κι ο δίσκος που μου αρέσει περισσότερο. Είχα και τον Χατζιδάκι να μου λέει ότι τον έκανα Σαββόπουλο!

● Με τον Σαββόπουλο συζητούσατε για κάθε δίσκο;

Τίποτε δεν συζητούσαμε, άκουγα τα τραγούδια 100 φορές, χόρευα με τα τραγούδια. Γενικά δεν κάναμε καμιά θεωρητική συζήτηση, ας πούμε πώς βλέπω τα «Τραπεζάκια έξω» ή το «Happy Day». Εκανα αυτά που άκουγα και ένιωθα. Το «Happy Day» έχει μια ωραία ιστορία γιατί έκανε το εξώφυλλο ο γραφίστας της «Λύρας» και βγαίνει στα δισκάδικα, το βλέπει ο Διονύσης και λέει «δεν μου αρέσει». Τα μαζέψαν όλα και με φωνάξανε. Τότε μπήκα στη «Λύρα» πάνω σε άρμα…

● Σας ξάφνιασε η στροφή του πολιτικά, από αριστερά στα δεξιά;

Ο Διονύσης ήταν «αντί» γενικά… Εγώ ήμουν μαζί του πάντα κι όταν έπεσαν οι φίλοι του να τον φάνε. Γι’ αυτές τις στροφές, για το «Κούρεμα», δεν εξεπλάγην γιατί τα λέγαμε τότε, ήταν κοινός τόπος μας. Ημουν υπέρ του μονίμως. Μερικά εξτραβαγκάνζ δεν μου άρεσαν, όχι ιδεολογικά όμως, όπως το να τυλιχτεί με μια σημαία, αλλά συμφωνούσα μαζί του – για να μην πω ότι αλληλοεπηρεαζόμασταν. Οταν ένας άνθρωπος που τον εκτιμάς έχει μια άλλη άποψη, εγώ καταλαβαίνω ότι πρέπει να τη σκεφτείς, όχι να την απορρίψεις επειδή σε ξεβολεύει. Διαφορετικά είσαι ταμπουρωμένος σε μια ιδέα που έχεις και τέλειωσες. Πάντως δεν έκανε ποτέ συναυλία για τη Ν.Δ. κι ας του το έχουν προτείνει.

Αισθάνεστε σαν τον Δον Κιχώτη που τον ζωγραφίζετε κιόλας;

Εχω κολλήσει τα τελευταία χρόνια γιατί είμαι θαυμαστής του Μεσαίωνα σε λογοτεχνικό επίπεδο. Ο Δον Κιχώτης έχει ιδανικά, είναι ερωτευμένος, θέλει μια καλύτερη ζωή, δικαιοσύνη… και την πατάει συνέχεια, σπάει τα μούτρα του, αλλά επιμένει. Αυτό με χαρακτηρίζει ως άνθρωπο, αλλά και τον Σαββόπουλο χαρακτηρίζει – ασφαλώς δεν είναι αποτυχημένος ποτέ, αλλά είναι πιο αιθεροβάμων κι έχει ένα όνειρο.

● Το χρώμα σάς καθορίζει;

Στο χρώμα μπήκα προσωπικά με το «Παραμύθι με τα χρώματα». Το σχέδιο και το χρώμα τα καταλαβαίνω συναισθηματικά. Σχεδιάζω με το χρώμα. Βάζω χρώμα, το διορθώνω όπου χρειάζεται και βγαίνει το σχήμα.

● Και τα βιβλιαράκια που εσείς γράφετε;

Αυτά τα θεωρώ, χωρίς να βάλω ετικέτα, σαν την προσωπική μου αλληλογραφία, άλλοτε προς συγκεκριμένα πρόσωπα, άλλοτε σε φανταστικά.

● Απωθημένα έχετε;

Δεν είναι απωθημένα ακριβώς… Ηθελα να κάνω animation, αλλά δεν μου βγήκε σχεδιαστικά. Είναι ωραίες οι ιστορίες όταν καμιά φορά βλέπω «Τομ και Τζέρι», μου αρέσει ο «Μπαγκς Μπάνι», αλλά σχεδιαστικά δεν με ενδιαφέρουν, όπως δεν με ενδιαφέρει και το κόμικς. Ενώ με ενδιαφέρουν αυτά που κάνει ο Γουίλιαμ Κέντριτζ, τον θαυμάζω πάρα πολύ, τον παρακολουθώ. Φανταστείτε, ήμουν στο Παρίσι πριν από μερικά χρόνια με την κόρη μου και την ημέρα που φεύγαμε έμαθα ότι κάνει έκθεση. Γύρισα στην Αθήνα και επέστρεψα σε 24 ώρες στο Παρίσι για να πάω να τη δω.

● Πώς σας φαίνεται ο εικαστικός χώρος σήμερα;

Υπάρχουν 60άρηδες που είναι πολύ καλοί, όπως ο Μαντζαβίνος ή ο Σακαγιάν. Τα άλλα, τα μοντέρνα, τα installation και τα conseptual δεν με ενδιαφέρουν. Τα βλέπω μερικές φορές αλλά δεν τα κυνηγάω. Υπάρχει και μια επιθετικότητα άνευ λόγου που πολλές φορές μου φαίνεται διακοσμητική, για εντυπωσιασμό, ή επειδή είναι της μόδας. Δεν μου λέει κάτι ένα έργο αν ο καλλιτέχνης δεν έχει ένα σύμπαν ή ένα όραμα. Πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει κάτι να έχει να πει. Η Αμπράμοβιτς με ενδιαφέρει πολύ, έχει ένα βάθος, μια ψυχική εμπλοκή.

● Θα θέλατε ένα έργο σας να είναι στη συλλογή του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης;

Δεν πέρασε από το κεφάλι μου κάτι τέτοιο… Αυτό είναι πρόβλημα του ΕΜΣΤ. Μια φορά είχα θελήσει να δώσω έργο μου στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Θεσσαλονίκη και μου είπαν να κάνω αίτηση. Δεν έκανα τίποτα. Ετσι κι αλλιώς αισθάνομαι περιθωριακός, οπότε πάλι καλά που βρίσκω γκαλερί και εκθέτω. Για εμένα σημαντικό είναι ο καθένας να κάνει τη δουλειά του ευσυνείδητα, όχι για να εντυπωσιάσει, και από εκεί και πέρα η κοινωνία κρίνει σύμφωνα με τις αξίες, με τις ανάγκες της. Κάποιοι θα αδιαφορήσουν, κάποιοι θα ενδιαφερθούν.

● Μερικοί θεωρούν σημαντικό για το βιογραφικό τους, το έργο τους να βρίσκεται σε δημόσιο μουσείο.

Εμένα στο βιογραφικό μου είναι και οι δουλειές που δεν δέχτηκα να κάνω. Οπως παλαιότερα, που μου είχαν προτείνει να εικονογραφήσω αναγνωστικό του Δημοτικού και αρνήθηκα. Μου έδειξαν μερικά κείμενα, το ένα χειρότερο από το άλλο. Και την πάτησα, γιατί το αναγνωστικό που το έκανε άλλος, το διδάχτηκε η κόρη μου στο σχολείο.

♦ Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων, Λεωνίδου & Μυλλέρου, Μεταξουργείο, τηλ. 210-5202420. Από 9/12 έως 11/2. Επιμέλεια έκθεσης: Χριστόφορος Μαρίνος. Διοργάνωση: Δήμος Αθηναίων | ΟΠΑΝΔΑ