ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το περασμένο Σάββατο ήταν η μέρα που ένας σπουδαίος άνθρωπος και καλλιτέχνης πέρασε στην αιωνιότητα. Ο «Σόλων» πήγε να συναντήσει τον «Λουκά», το έτερόν του ήμισυ στην αείμνηστη σειρά «Εκείνος κι Εκείνος», τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, αλλά και τον δάσκαλό του Κάρολο Κουν και τον φίλο του Γιώργο Μοσχίδη, στους οποίους αναφερόταν με τρυφερότητα σε κάθε, σπάνια, συνέντευξή του. Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 85 ετών, έχοντας διαπρέψει στο θέατρο και επιδράσει ανεξίτηλα τη συλλογική πολιτιστική μας μνήμη και με τους ρόλους του εκεί και στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη, αφήνοντας μια σπάνια κληρονομιά στις επόμενες γενιές.

Η προσωπικότητά του συμπύκνωνε και τις δύο ιδιότητες του ηθοποιού. Αν «ηθοποιός σημαίνει φως», ήταν ένας από τους συντελεστές της σειράς των φτωχοδιάβολων «Εκείνος κι Εκείνος» τη δεκαετία του 1970, που μαζί με τον Διαμαντόπουλο, σε κείμενα του Κώστα Μουρσελά, αποτελούσαν «μια αχτίδα χαραυγής στη σκοτεινιά της εποχής», όπως γράφτηκε. Αν και δεν διασώζεται η σειρά, στα γυρίσματα της οποίας «έρχονταν ταγματάρχες, ταξίαρχοι καπνίζοντας τα πούρα τους για να κόψουν τα λόγια», παραμένει για πάντα στη μνήμη όσων την είδαν για τη «διαβρωτική έμμεση κριτική στη χούντα», όπως επεσήμανε στο συλλυπητήριο μήνυμά της η υπουργός Πολιτισμού.

«Ο Μουρσελάς έγραφε για το “μαρούλι” που συμβόλιζε το κρατητήριο. Ή μιλούσαμε για το “αυγό”. “Εγώ –έλεγα– δεν θα μπω ποτέ στο αυγό”. “Χωράμε και οι δυο” έλεγε ο άλλος. Το αυγό ήταν το σύστημα. Πού να καταλάβει ο ταγματάρχης τι σημαίνει “αυγό”», αφηγούνταν ο ίδιος ο Μιχαλακόπουλος σε συνέντευξή του στην Εύα Νικολαΐδου για την «Εφημερίδα των Συντακτών» (Νησίδες 4.9.21). Και εξηγούσε: «Ο “Λουκάς” και ο “Σόλων” ήταν δύο τύποι που αρνούνταν να μπουν στο σύστημα. Είχαν την ψυχή του Ελληνα. Φλυαρούσαν, λέγοντας αλήθειες, που, όμως, άγγιζαν τα όρια της τρέλας. Ελεγε λοιπόν ο Λουκάς: “Εγώ θέλω να γίνω φιστικάς”. Του απαντούσα: “Καλύτερα να γίνεις λούστρος”. Ρωτούσε εκείνος: “Μπορείς να γίνεις ό,τι αποφασίσεις; Δηλαδή ένας δικαστής, ένας αρχιστράτηγος, ένας υπουργός αποφάσισαν να γίνουν κι έγιναν;”. Υπήρχαν λέξεις και νοήματα που δεν τα καταλάβαιναν οι στρατιωτικοί».

Και βέβαια αν η λέξη ηθοποιός μπορεί να αποδοθεί σε κάποιον που δημιουργεί ήθος και όχι απλώς υποδύεται έναν χαρακτήρα, ο Μιχαλακόπουλος είναι ο άνθρωπος που τη νοηματοδότησε, όχι μόνο στο έργο του μα και στην ίδια τη ζωή του με την κοινωνική ευαισθησία και συνέπειά του. Δεν υπάρχει άλλωστε συλλυπητήρια ανακοίνωση που να μην αναφέρεται στο ήθος του, ως ηθοποιού, ανθρώπου, αγωνιστή, συνδικαλιστή, πολίτη και οικογενειάρχη.

Ενσάρκωσε τον πιο διάσημο ποιητή του ελληνικού κινηματογράφου, στην κωμωδία των διαχρονικών κοινωνικοπολιτικών προεκτάσεων που γύρισε το 1968 ο Γιάννης Δαλιανίδης από το ομότιτλο θεατρικό έργο του Δημήτρη Ψαθά, «Ξύπνα Βασίλη»: ποιος δεν θυμάται τον ποιητή Τιμολέοντα Φανφάρα και τα πονήματά του «Μαύρα κοράκια, κόκκινα κοράκια» και «Σκοταδόψυχος»;

Ο άνθρωπος που σημάδεψε με το έργο του τον ελληνικό πολιτισμό των τελευταίων 60 χρόνων και το 1981 οργάνωσε στις φυλακές Κορυδαλλού το θεατρικό εργαστήρι με κρατούμενους, γεννήθηκε το 1938 στην Αθήνα και μεγάλωσε στις γειτονιές του Γκύζη και των Εξαρχείων. Από τα μαθητικά του χρόνια είχε κλίση στην υποκριτική αν και ο ίδιος παραδεχόταν πως δεν είχε σκεφτεί εξαρχής να ασχοληθεί με το θέατρο. Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Πρωτοετής σπουδαστής το 1959 έκανε το ντεμπούτο του στο θέατρο, στην επεισοδιακή παράσταση του Κουν «Ορνιθες» στο Ηρώδειο, για τον οποίο είχε πει: «Ο Κουν με έμαθε να κυνηγάω την αλήθεια και όχι την πόζα». Ενσαρκώνοντας σπουδαίους ρόλους από όλη την γκάμα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, είχε κερδίσει το Α’ Βραβείο Ανδρικού ρόλου «Κάρολος Κουν» και το Βραβείο «Αιμίλιος Βεάκης».

Ξεκίνησε την επαγγελματική καριέρα του τη δεκαετία του 1960 στον θίασο του Δημήτρη Παπαμιχαήλ και ακολούθησε η συνεργασία του με τον θίασο του Κώστα Μουσούρη. Το 1973 ίδρυσε το Θέατρο Σάτιρας.

Μας χάρισε αλησμόνητες ερμηνείες στις παραστάσεις «Ω, τι κόσμος μπαμπά» του Κώστα Μουρσελά, «Συνεργός» του Φρ. Ντίρεμαντ, «Βλαβερές συνέπειες του καπνού» του Τσέχοφ, «Εγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, «Κάθε Πέμπτη κύριε Γκριν» του Τζεφ Μπάρον, «Το τίμημα» του Αρθουρ Μίλερ κ.ά. Σκηνοθέτησε αρκετά έργα, ανάμεσα στα οποία «Τα παιδιά στο Δάσος του Ρομπέν» του Τζ. Κρόκερ, «Εκκλησιάζουσες» και «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, «Ο θάνατος του Εμποράκου» του Μίλερ, «Επιστάτης» του Χάρολντ Πίντερ.

Εκανε το κινηματογραφικό ντεμπούτο του το 1964, όπου συμμετείχε, μεταξύ άλλων, στις ταινίες «Η ωραία του κουρέα» του Ντίνου Δημόπουλου (1969), «Ενας ιππότης για τη Βασούλα» του Γιάννη Δαλιανίδη (1968), «Ενα γελαστό απόγευμα» του Ανδρέα Θωμόπουλου (1979), το «Φράγμα» του Δημήτρη Μακρή (1982), «Το βλέμμα του Οδυσσέα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1995) και, βέβαια, το «Ο κύριος με τα γκρι» του Περικλή Χούρσογλου (1997).

Δίδαξε στο τμήμα Θεάτρου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ενώ διετέλεσε καθηγητής και στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Υπήρξε δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων τη δωδεκαετία 1974-1986 και αντιπρόεδρος ΚΕΘΕΑ.

Ηταν παντρεμένος με την ηθοποιό Αθηνά Μιχαλακοπούλου, την οποία πάντα ευγνωμονούσε για την αφοσίωσή της στην οικογένειά τους ώστε ο ίδιος να συνεχίσει την καριέρα του, και πατέρας δύο θυγατέρων που επίσης τις κέρδισε ο πολιτισμός: της σκηνοθέτριας Ιωάννας, με την οποία συνεργάστηκε σε αρκετές παραστάσεις, και της Ελένης, που είναι ζωγράφος.

Την είδηση του θανάτου του γνωστοποίησε ο πρόεδρος του ΣΕΗ, Σπύρος Μπιμπίλας, συλλυπούμενος την οικογένειά του, σημειώνοντας πως «το αποτύπωμα που αφήνει δεν θα ξεχαστεί και τον ευγνωμονούμε για την παρακαταθήκη που μας αφήνει».

Για έναν βαθιά «φιλοσοφημένο και ευαίσθητο άνθρωπο, με την προσήλωση στην Τέχνη να συμβαδίζει με τη συνείδηση του ανήσυχου πολίτη» κάνει λόγο στο συλλυπητήριο μήνυμά της η υπουργός Πολιτισμού. Συλλυπητήριες ανακοινώσεις για τη μεγάλη απώλεια έκαναν πολλοί πολιτιστικοί φορείς καθώς και τα περισσότερα πολιτικά κόμματα, εξαίροντας την κοινωνική στάση, το ήθος του και τη συνεισφορά του στον Πολιτισμό, που για τον ίδιο ήταν «Η ανάσα. Τ’ οξυγόνο μας. Η ελευθερία. Η παιδεία»…

Να προσθέσουμε κι ακόμα ένα χαρακτηριστικό αυτής της ολοκληρωμένης προσωπικότητας των τεχνών: τη φωνή, την άρθρωση και τον τονισμό του Γιώργου Μιχαλακόπουλου, όχι μόνο στους ρόλους του αλλά έτσι όπως απήγγειλε Τάσο Λειβαδίτη.

Πληροφορίες για την τέλεση της κηδείας του Γ. Μιχαλακόπουλου δεν είχαν γίνει γνωστές μέχρι χθες.