ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ντίνα Δασκαλοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Σήμερα, το μυαλό μας δεν μπορεί να μη γυρίσει πίσω, στις τραγικές θύμησες της εισβολής του τουρκικού “Αττίλα”, στις εικόνες των χιλιάδων ανέστιων οικογενειών, στους εγκλωβισμένους, τους νεκρούς, τους αγνοούμενους, την κατεχόμενη γη. Σε όλα τα παιδιά που μας έβαλαν σε ένα πλοίο στη Λεμεσό και μας έδιωξαν μόνα από την Κύπρο, φοβούμενοι προφανώς οι γονείς μας μια τρίτη εισβολή του “Αττίλα”. Αν έχω πέντε παιδιά, να σωθούν τουλάχιστον τα τρία, σκέφτηκαν!

»Πολλά από εκείνα τα παιδιά μπήκαν στο πλοίο με τα ρούχα που φορούσαν, κάποια ακόμα και μόνο με το εσώρουχό τους, ελάχιστα είχαν μια μικρή βαλίτσα. Και πάνω από το πλοίο πετούσαν σε σχηματισμό ομπρέλας τα τουρκικά μαχητικά. Κάποτε φτάσαμε σε ένα λιμάνι, Πειραιάς, μας είπαν, λέγεται.

»Κι ύστερα μας έβαλαν σε λεωφορεία και φτάσαμε στον Πύργο στο οικοτροφείο της Φιλοθέης. Κι ήρθε κόσμος πολύς εκεί, άλλοι διάλεγαν παιδιά για να τα πάρουν σπίτια τους, σε άλλους έλεγαν αν θες πάρε αυτό το παιδί κι έτσι άλλα μοιραστήκαμε σε σπίτια κι άλλα έμειναν στα ιδρύματα της Μητρόπολης. Στιγμές που αν δεν τις ζήσεις δεν μπορείς να τις διανοηθείς».

Ο Μιχάλης Μιχαήλ είναι ένα από τα 456 προσφυγόπουλα που φιλοξένησε η Ηλεία μετά την τουρκική εισβολή. Κι αυτό είναι ένα απόσπασμα από την ομιλία που έκανε την περασμένη Κυριακή στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου Πύργου, όπου τα κάποτε προσφυγόπουλα και σημερινοί μεσήλικες τοποθέτησαν τιμητική πλακέτα «Ενθύμιο τιμής ένεκεν 1974».

Σε όλη την Ελλάδα υπολογίζεται πως έφτασαν από τη ρημαγμένη και προδομένη Κύπρο πάνω από 5.000 παιδιά. Τα προσφυγόπουλα έμειναν για διαφορετικά διαστήματα σε διαφορετικές δομές – μονάχα στην Ηλεία ωστόσο έγινε ένα τόσο μεγάλο πρόγραμμα αναδοχών σε οικογένειες για πάνω από 200 παιδιά από τα 456 που φιλοξένησε συνολικά ο νομός (ολόκληρη την ιστορία τους μπορείτε να διαβάσετε στην «Εφ.Συν.» 23.7.23, «Η μεγάλη επιστροφή και το “ευχαριστώ” στην Ηλεία της αλληλεγγύης»).

Το «χρυσοπράσινο φύλλο» κάποια στιγμή άρχισε να επουλώνει τις πληγές του, τα παιδιά επέστρεψαν στα σπίτια τους, ωστόσο ποτέ δεν ξέχασαν τη φιλοξενία τους στον νομό που τότε τους φαινόταν μακρινός σαν την άκρη του κόσμου. Ο μικρός Μιχάλης μεγάλωσε κι έγινε δημοσιογράφος. Οταν οι φωτιές κατέκαψαν την Ηλεία, η Κυπριακή Δημοκρατία προσφέρθηκε να χτίσει εκ βάθρων ένα από τα καμένα χωριά κι έτσι ο ρεπόρτερ Μιχάλης συνοδεύει την αποστολή του Κύπριου προέδρου, ο οποίος ωστόσο αγνοεί εντελώς την ιστορία των προσφυγόπουλων.

Ετσι, ο Μιχαήλ ξεκινά μια σειρά εκπομπών στον ραδιοφωνικό σταθμό «Αστρα» και άρθρα στη «Χαραυγή» γι’ αυτή την περιπέτεια, σταδιακά γνωρίζει κι άλλα από τα παιδιά του πολέμου κι όλοι μαζί δημιουργούν την «Ομάδα πρωτοβουλίας παιδιών που φιλοξενήθηκαν στην Ηλεία».

Το 1974 ο Μιχάλης Μιχαήλ ήταν 9 και ο αδελφός του 10 χρόνων. Το χωριό τους, ο Γερόλακκος, ακριβώς κάτω από το πρώην Διεθνές Αεροδρόμιο της Λευκωσίας, που σήμερα είναι ουδέτερη ζώνη και το αρχηγείο της ειρηνευτικής δύναμης, είχε ήδη καταληφθεί από τις δυνάμεις του «Αττίλα» όταν οι γονείς τους μαζί με άλλα παιδιά τούς έβαλαν σε ένα καράβι για να τους γλιτώσουν από τις βόμβες.

Την περασμένη εβδομάδα τα δύο αδέλφια -μεγάλοι άντρες πια- μαζί με άλλα μέλη από την «Ομάδα πρωτοβουλίας» επέστρεψαν στην Ηλεία. Πενήντα χρόνια μετά τα τραγικά γεγονότα, σε συνεργασία με τη Μητρόπολη του νομού, τα άλλοτε προσφυγόπουλα επισκέφθηκαν τόπους μνήμης και ζωντάνεψαν δεσμούς με τις ανάδοχες οικογένειες, αλλά και μίλησαν στους νεότερους για τα τραγικά γεγονότα του 1974.

 Επειτα από μια ολόκληρη ζωή, τα προσφυγόπουλα του ’74 επιστρέψατε στην Ηλεία για να πιάσετε το νήμα της ζωής που αφήσατε εδώ. Πώς είναι αυτό το ταξίδι;

Είναι ένα ταξίδι μνήμης, νοσταλγίας, αλλά και ανταπόδοσης της αγάπης και της στήριξης που πήραμε μετά τα όσα τραγικά και καταστροφικά έπληξαν τη χώρα μας το 1974. Πρώτα της προδοσίας από τη χούντα των Αθηνών, με το πραξικόπημα εναντίον του προέδρου Μακαρίου, και στη συνέχεια με την τουρκική εισβολή που ακολούθησε και συμπλήρωσε το σκηνικό των ξένων επεμβάσεων στην Κύπρο με στόχο τον διαμελισμό της.

Οι περισσότεροι που ζήσαμε όλα αυτά στις πιο τρυφερές ηλικίες δεν ξεχάσαμε αυτό το ευεργέτημα. Και μέσω των εκδηλώσεων που διοργανώνουμε θέλουμε να πούμε ομαδικά και επίσημα το «ευχαριστώ» μας σε αυτούς που είχαν την ιδέα να μας φιλοξενήσουν κι αυτούς που μας φιλοξένησαν. Τα ιδρύματα της Μητρόπολης Ηλείας αλλά και, κυρίως, τους ανθρώπους που άνοιξαν τα σπίτια τους, που έκαναν εμάς, που λίγη ώρα προηγουμένως ούτε καν γνώριζαν την ύπαρξή μας, μέρος της οικογένειάς τους. Αυτό είναι το ταξίδι επιστροφής μας. Εστω και αργά, 49 χρόνια μετά.

 Ποια ήταν η πιο έντονη στιγμή;

Δεν ήταν μία, ήταν πολλές. Από τη στιγμή που βρεθήκαμε στο αεροδρόμιο της Λάρνακας για να αναχωρήσουμε τα χαράματα του Σαββάτου 25 Νοεμβρίου, μέχρι την ώρα που εγκαταλείψαμε την Ηλεία, το πρωί της Τρίτης 28 Νοεμβρίου. Σχεδόν η κάθε στιγμή ήταν έντονη για τον καθένα μας.

Εγώ είχα μαζί μου τον αδελφό μου με τον οποίο φιλοξενηθήκαμε στην ίδια οικογένεια τότε. Ο Πέτρος ερχόταν για πρώτη φορά από το 1974, ενώ εγώ έχω έρθει αρκετές φορές. Αποφάσισε να έρθει βάζοντάς μου έναν όρο: ότι θα κλέψουμε χρόνο για να περπατήσουμε στον Πύργο και θα πάμε στη γειτονιά μας, στις περιοχές που τριγυρνούσαμε παίζοντας. Και το κάναμε.

Καθένας μπορεί να φανταστεί ποια και πόσα συναισθήματα μας κατέκλυσαν, πόσες σκηνές ξαναζωντάνεψαν. Η συγκίνηση και η νοσταλγία μαζί με τη λύπη εναλλάσσονταν με τη χαρά. Μεγάλη και η συγκίνηση όταν δρασκελίσαμε το σκαλί του σπιτιού που για 9 μήνες ήταν το σπίτι μας.

Η συνάντηση με τον Γιώργο, τον αδελφό μας, τη γυναίκα του Αντωνία και τα παιδιά τους, που φέρουν το όνομα του θείου Προκόπη και της θείας Γιώτας. Του παππού και της γιαγιάς τους. Περίεργο και το συναίσθημα όταν μας αποκαλούν θείους αυτά τα παιδιά που ουσιαστικά δεν μας γνώριζαν αλλά άκουγαν για μας! Κάτι ανάλογο έζησαν και οι άλλοι συνταξιδιώτες μας όταν βρέθηκαν στους δικούς τους χώρους φιλοξενίας.

 Βρήκατε τους ανάδοχους γονείς τού τότε;

Δυστυχώς οι δικοί μας ανάδοχοι γονείς δεν βρίσκονται στη ζωή. Ο θείος -έτσι τον φωνάζαμε- «έφυγε» πριν από χρόνια, αλλά πρόλαβα να τον δω στην πρώτη μου επίσκεψη, στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Τη θεία την είδα πολλές φορές, αλλά τη «χάσαμε» το 2017. Το ίδιο συμβαίνει και με τους υπόλοιπους. Ελάχιστοι βρίσκονται στη ζωή.

 Πώς σας υποδέχτηκαν οι ντόπιοι;

Οι ντόπιοι καταλαβαίνουν ότι δεν είμαστε τόπακες. Μας ρωτάνε από πού είμαστε και γιατί βρισκόμαστε στην πόλη τους. Οι μεγαλύτερες ηλικίες κάτι γνωρίζουν, άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο. Οι νεότεροι δυστυχώς δεν γνωρίζουν. Ρωτούν όμως να μάθουν περισσότερα και συγκινούνται απ’ όσα ακούνε. Διαφορετικά αντιδρούν οι γνωρίζοντες που λαμβάνουν μέρος και στις εκδηλώσεις. Κι εκεί κυριαρχούν οι αναμνήσεις και η συγκίνηση.

 Πώς διαβάζει την τωρινή προσφυγιά των παιδιών ένας ενήλικας που υπήρξε ο ίδιος παιδί πρόσφυγας;

Θα απαντήσω για μένα. Οργίζομαι όταν στο πλαίσιο των πολιτικών σκοπιμοτήτων στοχοποιούνται αυτοί οι άνθρωποι, είτε επειδή είναι διαφορετικού χρώματος είτε επειδή έχουν διαφορετική θρησκεία και κουλτούρα. Οταν τους κατηγορούν ότι μας παίρνουν θέσεις εργασίας τη στιγμή που εργάζονται -όσοι εργάζονται- σε δουλειές όπου εμείς ή τα παιδιά μας δεν πάνε. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι υπάρχει πρόβλημα με τις μεταναστευτικές ροές.

Αυτές όμως δεν καταπολεμούνται με τον ρατσισμό, χτυπώντας τους ανθρώπους αυτούς και όχι τις αιτίες που προκαλούν τη μετανάστευση. Π.χ. αντί να υπάρξει διεθνής πίεση προς το Ισραήλ για να σταματήσει η γενοκτονία στη Γάζα, δηλώνεται η στήριξη της Ευρώπης και άλλων χωρών προς το Ισραήλ. Δηλαδή το ενθαρρύνουν να συνεχίσει. Αυτό δεν θα προκαλέσει αύριο μεταναστευτικές ροές; Θα φταίνε αυτοί που θα έρθουν ή αυτοί που τους έδιωξαν;

Περισσότερο όμως οργίζομαι με την αντιμετώπιση των ασυνόδευτων παιδιών. Εγώ που βρέθηκα σε αυτή τη θέση πριν από σχεδόν 50 χρόνια καταλαβαίνω πώς νιώθουν αυτά τα παιδιά. Εμείς φύγαμε κάτω από πιο ασφαλείς συνθήκες και πηγαίναμε σε αδελφική χώρα. Και όμως είχαμε αγωνία για το πού θα μας πήγαιναν, τι θα βρίσκαμε, πώς θα μας αντιμετώπιζαν.

Αυτά τα παιδάκια τα φυγαδεύουν οι γονείς τους για να γλιτώσουν, τα βάζουν σε μια βάρκα, σ’ ένα σαπιοκάικο, χωρίς να γνωρίζουν αν θα καταφέρουν να βγουν σε στεριά ή αν θα καταλήξουν τροφή για τα ψάρια. Είναι σκληρό αυτό που λέω, αλλά σκληρή είναι η αλήθεια. Τα σκέφτονται αυτά όσοι με τη μεγαλύτερη ευκολία εκτοξεύουν τη χολή τους εναντίον αυτών των παιδιών;