Ένα φαινόμενο αυξανόμενης έντασης έχει αρχίσει να γίνεται όλο και πιο προφανές, με αφορμή την γενοκτονία που συντελείται στην Παλαιστίνη μπροστά στα μάτια μας. Μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως το TikTok και το Ιnstagram, πλημμύρισαν από πολίτες, ιδιαίτερα νεαρής ηλικίας, που ζητούσαν επισταμένα την γνώμη και την κινητοποίηση κάθε celebrity της επικαιρότητας, κάθε influencer και κάθε περσόνας του καλλιτεχνικού χώρου. Από ηθοποιούς παγκοσμίου φήμης, μέχρι μικρότερους δημιουργούς περιεχομένου που ασχολούνται με ατομική περιποίηση, κωμωδία ή ερωτικά προβλήματα.
Και εδώ γεννιούνται πολλά ερωτήματα, γιατί όλο αυτό φαίνεται να ξεπερνά κατά πολύ την φαινομενική ελαφρότητα της κουλτούρας του lifestyle και των social media. Πλέον, τα άτομα με δύναμη, επιρροή και ισχυρή παρουσία, δεν είναι μόνο οι μεγάλοι αστέρες του Hollywood ή τα λίγα μεγάλα ονόματα της εγχώριας καλλιτεχνικής σκηνής. Αντίθετα, ο αριθμός τους έχει πολλαπλασιαστεί, μέσω της προβολής που προσφέρουν απλόχερα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και αυτό, μπορεί να γίνει δίκοπο μαχαίρι. Πώς θα πρέπει να συμπεριφέρονται, σε θέματα υψίστης πολιτικής και κοινωνικής, σημασία αυτοί οι νεόποκοι Kardashians της δημόσιας σφαίρας; Τι μπορούμε, και τι πρέπει να περιμένουμε από εκείνους;
Σαφώς, το να διαθέτει κανείς μια τεράστια πλατφόρμα, μέσω της οποίας μπορεί να ευαισθητοποιήσει εκατομμύρια και να ασκήσει έτσι θεσμική πίεση, είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Και όταν γίνεται για καλό, είναι ακόμα καλύτερο. Ωστόσο, εδώ ξεκινάει το δίλημμα.
Πιστεύουμε πραγματικά ότι είναι αρκετά καταρτισμένη η Selena Gomez -που ανήκει σε όσους επικρίθηκαν σκληρά για την ξαφνική σιωπή της στο θέμα, αντίθετα με φορές που ήταν ομιλητικότατη, όπως ο πόλεμος της Ουκρανίας-, ώστε να εκφράσει άποψη και να διακινήσει σωστές πληροφορίες για τεράστιας σημασίας διεθνή ζητήματα; Γιατί έχει τη δύναμη ο Noah Schnapp, ένα παιδί που έτυχε να πρωταγωνιστεί σε μια δημοφιλή σειρά του Netflix, να διαμορφώνει την κοινή γνώμη δεκάδων και να συκοφαντεί την πλευρά των Παλαιστινίων; Γιατί περιμένουμε μέχρι και από άτομα που έχουν ένα δημοφιλές podcast να τοποθετηθούν, ώστε να πράξουμε κι εμείς ανάλογα; Γιατί βασιζόμαστε σε όσους δεν έχουν (και δεν ισχυρίζονται καν ότι έχουν) τις γνώσεις για το εκάστοτε ζήτημα;
Το θέμα της ευθύνης, βέβαια, γίνεται πιο περίπλοκο, όταν οι ίδιοι οι καλλιτέχνες αποφασίζουν να τοποθετήσουν τους εαυτούς τους στο πεδίο της πολιτικής. Η Selena Gomez που αναφέραμε παραπάνω, είναι πρέσβειρα της UNICEF. Δεν είναι λογικό κι αναμενόμενο να υπάρχουν προσδοκίες; Έπρεπε να θεωρούμε αυτονόητο ότι η ανάληψη τέτοιων ρόλων είναι για εκείνους μόνο ένα εργαλείο δημοσίων σχέσεων; Και τι λέει αυτό για τα Ηνωμένα Έθνη, την UNICEF ή κάθε οργανισμό που μοιράζει αξιώματα και βασίζει εκστρατείες σε άτομα που εξαργυρώνουν απλά το προσωπείο του/της φιλάνθρωπου; Αλλά πώς να αγνοηθεί και η προβολή που όντως μπορεί να προσφέρει ένας αναγνωρίσιμος σταρ και να ευαισθητοποιήσει τεράστια ποσοστά ανθρώπων, που μπορεί να μην είχαν άλλη ευκαιρία να μάθουν για ένα υφιστάμενο πρόβλημα; Τι είδους υποχρεώσεις πρέπει να απορρέουν από μια τέτοια θέση, πέρα από τις φιλανθρωπικές φωτογραφίσεις και εκδηλώσεις;
Η συμβολή των καλλιτεχνών σε κρίσιμες πολιτικές συγκυρίες, είναι αναντίρρητη. Η τέχνη, άλλωστε, είναι ικανή να δώσει το έναυσμα και να εμψυχώσει ολόκληρα κινήματα σε καθοριστικό βαθμό. Τι γίνεται όμως όταν πλέον το “καλλιτέχνης”, είναι κάτι αρκετά ρευστό, και υπάρχει σε αφθονία;
Το πρόβλημα φαίνεται να είναι, ότι κάποτε περιμέναμε τους καλλιτέχνες να “ακολουθήσουν” ένα κίνημα, να συνταχθούν μ’ ένα σκοπό που ήδη είχε ορατότητα. Περιμέναμε να ενισχύσουν μέσω της τέχνης. Πλέον, φαίνεται σαν να περιμένουμε από εκείνους να ξεκινήσουν οι ίδιοι κάτι. Να είναι εκείνοι που θα ευαισθητοποιήσουν, θα ενημερώσουν, θα κινητοποιήσουν. Είναι αυτό σωστό; Είναι ρεαλιστικό; Είναι υπεύθυνο;
Και οφείλεται που; Είναι άλλο ένα αποκύημα της απώλειας εμπιστοσύνης στους θεσμούς, υπενθυμίζοντας μας το πόσο έχουμε ξεχάσει ότι έχουμε δύναμη και επιλογές ως πολίτες; Είναι γεγονός ότι έχουμε αποστασιοποιηθεί από την πολιτική. Έχουμε ξεχάσει ότι μπορούμε να κάνουμε πολλά. Να απευθύνουμε ερωτήσεις στους βουλευτές που εκλέξαμε, να δραστηριοποιηθούμε οι ίδιοι με ένα τρόπο που μας ταιριάζει, να κυνηγήσουμε συνειδητά την αντικειμενική ενημέρωση. Να παρακολουθούμε τη δράση ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της πολιτικής εν γένει. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Διεθνούς Αμνηστίας, που σε όχι τόσο μακρινές εποχές, κατάφερνε χωρίς τη δύναμη της σημερινής τεχνολογίας, να οργανώνει παγκόσμιες εκστρατείες, στις οποίες ο απλός κόσμος έστελνε επιστολές και ασκούσε αποτελεσματικότα θεσμική πίεση.
Αυτή η τάση, βλέπουμε να μεταφέρεται και στην ελληνική πραγματικότητα, κάπως διαφορετικά. Συνεχώς, βλέπουμε κάθε είδους εκπομπές να αναλώνονται σε ατελείωτα ρεπορτάζ για το ποια είναι η άποψη της Μαρίας Σολωμού για την τεκνοθεσία από ομοφυλόφιλους; Είναι ο Νίκος Οικονομόπουλος υπερ του γάμου ομοφυλοφίλων; Έχει αντιρρήσεις η Μαρία Ιωαννίδου στο κίνημα #metoo;
Η αμέσως επόμενη ερώτηση, είναι το “ε και”; Είναι υπέρ. Είναι κατά. Ωραία. Και; Θα νομοθετήσουμε ανάλογα με τη βούληση του κάθε ηθοποιού, τραγουδιστή ή τηλεπερσόνας; Πόσο νόημα έχει να τοποθετούμε διαρκώς τους επώνυμους, σε θέση opinion makers για κρίσιμα πολιτικά ζητήματα; Και γιατί μοιάζει πολλές φορές να είμαστε περισσότερο απαιτητικοί μαζί τους, παρά με τους πολιτικούς μας που όντως βρίσκονται στη Βουλή;
Ίσως δεν υπάρχει κάποια ξεκάθαρη και “σωστή” απάντηση σχετικά με τις προσδοκίες που πρέπει να έχουμε απέναντι τους, αλλά καλό θα είναι να αναρωτιώμαστε.
*Πολιτική Επιστήμονας
