Πέρασαν 21 χρόνια από τότε που ο διαβόητος μεγαλοκερδοσκόπος Τζορτζ Σόρος, ερωτηθείς για τις επερχόμενες εκλογές στη Βραζιλία, είπε το αμίμητο: «Οπως στην αρχαία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ψήφιζαν μόνον οι Ρωμαίοι πολίτες, έτσι και σήμερα στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό οι Βραζιλιάνοι δεν ψηφίζουν, οι μόνοι που ψηφίζουν είναι οι Αμερικανοί».
Φέτος, λοιπόν, οι ΗΠΑ θα στήσουν κάλπες για την κρισιμότερη, όπως όλα δείχνουν, εκλογική μάχη στη νεότερη ιστορία τους. Μία μάχη που έχει ήδη πάρει χαρακτηριστικά πολιτικού εμφυλίου, καθώς εκτός συγκλονιστικού απροόπτου θα μονομαχήσουν για την προεδρία δύο υπερήλικοι, αλλά και υπόδικοι πολιτικοί.
Στη μια πλευρά του ρινγκ είναι ο σημερινός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν, που αφενός τα έχει κάνει θάλασσα στην εξωτερική πολιτική, επιταχύνοντας με το φιάσκο της Ουκρανίας και την τυφλή στήριξη στη γενοκτονία των Παλαιστίνιων από το Ισραήλ τη δεδομένη παρακμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας, και αφετέρου αντιμετωπίζει πλέον την πιθανότητα καθαίρεσης από το εχθρικό Κογκρέσο, λόγω των πολλαπλών όσο και… καραμπινάτων σκανδάλων πλουτισμού του ναρκομανούς γιου του, Χάντερ, στην Ουκρανία και αλλού.
Μετά από μόλις τρία χρόνια στην εξουσία, είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς χειρότερο Αμερικανό πρόεδρο: ένας φανατικός «ψυχροπολεμιστής», σταυροφόρος της αμερικανικής ηγεμονίας και των ανά τη Γη «παρεμβάσεων» ήδη από την εποχή που ήταν απλός γερουσιαστής, ο Μπάιντεν έχει καταφέρει να στρέψει εναντίον της Ουάσινγκτον -και στην αγκαλιά της Ρωσίας, της Κίνας και των άλλων BRICS- ακόμη και παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ, όπως π.χ. την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία και δεκάδες ακόμη κράτη του λεγόμενου «Παγκόσμιου Νότου».
Στην άλλη γωνία έχουμε τον προκάτοχό του στον Λευκό Οίκο, τον πάντα επικίνδυνο ακροδεξιό Ντόναλντ Τραμπ. Eναν απίθανο μεγιστάνα ή σωστότερα… μεγαλοαπατεώνα των ακινήτων, όπως αποδείχτηκε στη συνεχιζόμενη δίκη του για το πώς φούσκωσε την αξία της περιουσίας του εξαπατώντας τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου στη Νέα Υόρκη· αλλά και μια αληθινή αυθεντία στη μισαλλοδοξία, την παραπληροφόρηση και τον λαϊκισμό, που παρά τις πολλαπλές δικαστικές του περιπέτειες όχι μόνο εξακολουθεί να κυριαρχεί στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, αλλά εμφανίζεται και ως φαβορί για την προεδρία, καθώς έχει καταφέρει να πείσει μεγάλο μέρος των Αμερικανών ότι ο Μπάιντεν έκλεψε τις εκλογές του 2020 και εξακολουθεί να πλουτίζει προσωπικά από τις προεκλογικές χορηγίες σε βάρος των κορόιδων!
Φυσικά, σε μια ευνομούμενη χώρα, που θέλει μάλιστα να αυτοαποκαλείται ηγέτιδα του ελεύθερου κόσμου και Φάρος της Δημοκρατίας και που επιμένει εδώ και δύο ακριβώς αιώνες (για την Ιστορία, το Δόγμα Μονρόε διατυπώθηκε από τον ομώνυμο πρόεδρο στις 2 Δεκεμβρίου του 1823) να ανατρέπει κυβερνήσεις και να εισβάλλει στρατιωτικά σε αμέτρητα ξένα κράτη για να εξάγει το δικό της μοντέλο ασύδοτου και παρασιτικού καπιταλισμού, και οι δυο γηραλέοι και κατηγορούμενοι για βαριά κακουργήματα υποψήφιοι θα είχαν προ πολλού πάει σπίτια τους, αν όχι στη φυλακή.
Μην ξεχνάμε ότι ο Τραμπ έστειλε αυτοπροσώπως χιλιάδες οπαδούς του να εισβάλουν στο Καπιτώλιο! Αντ’ αυτού, όχι μόνο παραμένουν πανίσχυροι, αλλά έχουν κατορθώσει να βαθύνουν ακόμη περισσότερο τον ήδη πασιφανή εθνικό διχασμό – και αν φτάσουν παρέα ώς το τέλος, μοιάζουν ικανοί να τινάξουν στον αέρα ό,τι έχει απομείνει από τη διεθνή αξιοπιστία τού άλλοτε αξιοζήλευτου αμερικανικού πολιτικού συστήματος.
Για την παρακμή του οποίου, βέβαια, δεν ευθύνονται μόνον οι ίδιοι, αλλά ατελείωτες στρατιές από λομπίστες και χορηγούς, που έχουν διαβρώσει ώς το μεδούλι τους και τους τρεις (ή σωστότερα και τους… τέσσερις – αν συνυπολογίσουμε τη διείσδυση των μεγάλων εταιρειών σε όλα ανεξαιρέτως τα μεγάλα ΜΜΕ) παραδοσιακούς πυλώνες της εξουσίας.
Γι’ αυτό άλλωστε θυμηθήκαμε τον Σόρος: ο 93χρονος πια «επενδυτής»/χρηματοδότης πολυάριθμων «πολύχρωμων επαναστάσεων» μπορεί να υποστηρίζει ότι μόνον οι Αμερικανοί ψηφίζουν στ’ αλήθεια, αλλά δεν χάνει την ευκαιρία να… λαδώνει με τα δισεκατομμύριά του τα γρανάζια (και) του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Για την ακρίβεια, ο Σόρος στέφθηκε και επίσημα πρωταθλητής των χορηγιών στις περσινές «ενδιάμεσες» (midterm) εκλογές, «μπουκώνοντας» τους υποψηφίους του Δημοκρατικού Κόμματος με περισσότερα από 128 εκατομμύρια δολάρια! Φυσικά οι επόμενοι τέσσερις στη σχετική λίστα των υπερ-σπονσόρων ήταν όλοι τους Ρεπουμπλικανοί και έδωσαν από κοινού σχεδόν 240 ’μύρια στα φιντάνια του Τραμπ… Εκεί έχει καταντήσει η αμερικανική δημοκρατία – ένα σάπιο σύστημα, κλοτσοσκούφι των ειδικών συμφερόντων.
