Η πρόσφατη διαχείριση του κρούσματος της φραστικής ρατσιστικής επίθεσης, που εκδηλώθηκε στο εντός έδρας παιχνίδι του Ολυμπιακού με τη Βαλένθια για την Ευρωλίγκα, απέδειξε πως «όποιος θέλει, μπορεί».
Η διοίκηση της «ερυθρόλευκης» ΚΑΕ όχι μόνο δεν αμφισβήτησε ή προσπάθησε να βγάλει «τρελό» τον Γάλλο ρέφερι Ζοζέφ Μπισάνγκ, ο οποίος έκανε τη σχετική καταγραφή στο φύλλο αγώνα, αλλά μέσα σε λίγη ώρα προχώρησε σε τρεις κινήσεις: πρώτα στάθηκε στο πλευρό του ζητώντας του «συγγνώμη», δεύτερον εξέδωσε ανακοίνωση καταδικάζοντας τέτοιου είδους συμπεριφορές και τρίτον (το σημαντικότερο απ’ όλα) αναζήτησε τον δράστη, ο οποίος δεν ήταν ένας οργανωμένος οπαδός, από αυτούς που είναι εκεί για να… φορτώνονται όχι μόνο αυτά που κάνουν, αλλά και αυτά που δεν κάνουν, αλλά ένας κάτοχος διακεκριμένου και συνεπώς ακριβού εισιτηρίου διαρκείας στα court seats του ΣΕΦ, δηλαδή αυτά που βρίσκονται στο επίπεδο του παρκέ, μια ανάσα από τον αγωνιστικό χώρο.
Τον βρήκε με τη βοήθεια των εποπτικών μέσων και πάραυτα ανακοίνωσε την απόφαση να του απαγορεύσει από εδώ και στο εξής την είσοδο στο γήπεδο. Το όνομά του το ξέρει και η Ευρωλίγκα. Λόγω των άμεσων αντανακλαστικών και της δραστικής παρέμβασης, τόσο ο Γάλλος ρέφερι όσο και η διοργανώτρια αρχή αποφάσισαν να μην ασκήσουν πειθαρχική δίωξη στους «ερυθρόλευκους», αναγνωρίζοντας ότι έπραξαν άμεσα τα δέοντα.
Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί πάλι πέφτουμε στην παγίδα να αναδεικνύουμε τα αυτονόητα. Η απάντηση είναι απλή: γιατί στην ελληνική πραγματικότητα, ειδικά σε μια εποχή που είναι σε εξέλιξη μία (ακόμη) δέσμη μέτρων ως απόπειρα καταστολής τής κάθε μορφής βίας, τα αυτονόητα έχουν φτάσει σε σημείο να γίνονται εξαιρέσεις. Και για έναν ακόμη βασικό λόγο: υπήρξαν αντίστοιχες περιπτώσεις που οι εμπλεκόμενες ομάδες έμειναν στις ανακοινώσεις. Παρότι δεσμεύτηκαν ότι θα βρεθούν οι ένοχοι και θα αποβληθούν, οι δεσμεύσεις έμειναν δεσμεύσεις. Δηλαδή έγιναν για τα μάτια του κόσμου.
