Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Κώστας Λειβαδάς είναι αυτός που έγραψε το τραγούδι των τίτλων στην κωμική σειρά της ΕΡΤ «Τρίτος όροφος» που μεταδίδεται καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή, στις 21.15, με πρωταγωνιστές τον Αντώνη Καφετζόπουλο και τη Λυδία Φωτοπούλου.

Το σενάριο και τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Βασίλης Νεμέας. Είναι μόλις 15 λεπτά το κάθε επεισόδιο, αν και η ΕΡΤ μπέρδεψε το κοινό μεταδίδοντας δυο-δυο τα επεισόδια. Με αυτή την ερώτηση ξεκινάω τη συζήτησή μας με τον Κώστα Λειβαδά.

Η ΕΡΤ τα πήγε χάλια στον προγραμματισμό της, «καίγοντας» τη σειρά, με αποτέλεσμα να θυμώσει, δικαίως, ο Αντώνης Καφετζόπουλος…

Ακριβώς. Το τοποθέτησες τέλεια και είναι η πρώτη φορά. Δεν κόβεται, όπως έγραφαν όλοι. Ναι, κοίτα, εγώ απλά κοίταξα τη μουσική της σειράς και το τραγούδι, κυρίως, και χάρηκα πολύ για τη σειρά από την αρχή ώς το τέλος. Δεν ασχολήθηκα και δεν ξέρω πολλά από το παρασκήνιο όλων αυτών των αλλαγών. Για εμένα η σειρά είναι ένα μικρό ιδιαίτερο κόσμημα με δύο σπουδαίους πρωταγωνιστές και έναν μοναδικό δημιουργό, που θα έχει [η σειρά] πάντα τη θέση της στην πινακοθήκη της ΕΡΤ.

Τι κατάλαβες ότι συνέβη;

Είναι μια low budget σειρά που είχε προγραμματιστεί για να παίζεται, απ’ όσο ξέρω, πριν τα δελτία ειδήσεων. Ενα δεκαπεντάλεπτο τη φορά με ξεχωριστό νόημα. Τα δελτία [ειδήσεων] ξαφνικά έγινε γνωστό πως μεταφέρονται όλα στην ΕΡΤ NEWS. Η ώρα της προβολής για τον «Τρίτο όροφο» –και η διάρκεια– παρέμεινε η ίδια. Θα μπορούσε να αλλάξει ώρα αφού άλλαξαν οι συνθήκες και άρχισαν μετά και τα δίωρα μεγαθήρια των σειρών μυθοπλασίας και των ριάλιτι, αλλά δεν έγινε ποτέ.

Στο Twitter έγραφε ο κόσμος –που του άρεσε ο «Τρίτος όροφος» πολύ– ότι κρατάει πολύ λίγο το τέταρτο. Είτε γι’ αυτό είτε για λόγους οικονομίας προγράμματος και χωρίς ποτέ, επαναλαμβάνω, μεγάλη διαφήμιση, τα επεισόδια άρχισαν να παίζονται διπλά. Κάτι όμως που σήμαινε σίγουρα τη μείωση των μηνών προβολής τους. Μέσα εκεί λοιπόν, και προφανώς ανάμεσα σε συζητήσεις των συντελεστών με το κανάλι, δημιουργήθηκε μάλλον μια αδυναμία συνεννόησης και κοινής απόφασης για κοινή πορεία.

Λογικό να τα πάρει στο κρανίο ο Καφετζόπουλος…

Ο Αντώνης μετά από τόσα χρόνια στη δουλειά (τον λάτρεψα από την «Αστροφεγγιά» και γίναμε φίλοι και μέλη της Δαγίπολης τα τελευταία χρόνια) σίγουρα κάτι ξέρει παραπάνω για να μιλήσει όπως μίλησε. Είμαι απόλυτα σίγουρος.

Η ΕΡΤ…

Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως η ΕΡΤ δεν έχει καταλάβει τη σημασία, πρώτα απ’ όλα, αλλά και τη σπανιότητα μιας τέτοιας σειράς, ενός τέτοιου δημιουργού, με δύο τέτοιους πρωταγωνιστές, που δεν ακολουθεί μια πεπατημένη και δεν κατηγοριοποιείται. Ασχετα από αυτό, και για την ΕΡΤ και για όλα τα κανάλια πολλές φορές απόρησα με πράγματα που έβλεπα στον προγραμματισμό ή στην αξιολόγηση, αλλά είπαμε, εγώ είμαι της δουλειάς άνθρωπος και δεν είμαι το κοινό. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο «Τρίτος όροφος» θα παίζεται και θα ξαναπαίζεται στο μέλλον, γιατί είναι μια κατηγορία μόνος του και έχει στοιχεία που τον καθιστούν κλασικό από την αρχή ώς το τέλος.

Πώς είναι να γράφεις τραγούδι για μια τηλεοπτική σειρά;

Εχει οπωσδήποτε ένα ενδιαφέρον ξεχωριστό και είναι μια σπαζοκεφαλιά και ένα στοίχημα διαφορετικό, γιατί υπηρετείς τους χαρακτήρες, την αισθητική και την πλοκή σε ό,τι αφορά τα μουσικά μέρη που παίζουν μέσα στο επεισόδιο. Οι συζητήσεις από την αρχή με τον Bασίλη Νεμέα ήταν καταλυτικές, όπως και η γνωριμία μας, μια και έχω υπάρξει μεγάλος θαυμαστής των σειρών του, από τους «Αυθαίρετους» και το «Εκμέκ παγωτό» μέχρι το «Κάτι τρέχει με τους δίπλα». Ιδιαίτερα οι «Αυθαίρετοι», νομίζω πως μας περιέγραψαν στις αρχές του ’90 και προέβλεψαν το ευρωπαϊκό μέλλον μας όσο καμιά άλλη σειρά.

Επειτα, αν διαβάσεις τα σενάρια, τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, η σχέση των ηρώων μεταξύ τους… όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά και περνάνε μέσα στο τραγούδι. Πόσο μάλλον εδώ, που είναι παράσταση κυρίως για δύο ρόλους. Ενα συναρπαστικό τετ α τετ με δύο τόσο σημαντικούς πρωταγωνιστές σαν τον Αντώνη Καφετζόπουλο και τη Λυδία Φωτοπούλου. Πρώτη φορά νομίζω μια σειρά έσκυψε τόσο τρυφερά και μεγεθυντικά στη γενιά που σήμερα είναι γύρω στα 70 της χρόνια και θυμάται τα θαύματα του ’60, τη χούντα, το Γούντστοκ και έπαιξε ρόλο στο Πολυτεχνείο. Με οδήγησαν όλα αυτά εκεί που συναντιέμαι κι εγώ με αυτή τη γενιά και οι παραστάσεις που έχω από την προσωπική μου ζωή και τα κοινά μας ακούσματα.

Είναι πιο «δύσκολο» ή πιο «εύκολο» όταν γράφεις ένα τραγούδι κατά παραγγελία;

Από την αρχή, όπως και σε παλιότερες τηλεοπτικές δουλειές («Ιστορίες του αστυνόμου Μπέκα», «Εχω ένα μυστικό») είτε σε ταινίες ή στο θέατρο, εγώ λέω πάντα στους παραγωγούς και στους συντελεστές ότι πρώτα πρέπει να δούμε αν έχουμε κάτι που μας συγκινεί εμάς τους ίδιους αληθινά και δεν είναι απλά μια ευφάνταστη κατασκευή και μετά να δώσουμε τα χέρια. Αυτό πρέπει να είναι το κριτήριο μαζί με τη βοήθεια του σύμπαντος και τη μαγεία της στιγμής.

Εσύ παρακολουθείς σειρές;

Οσο μπορώ, βλέπω! Ζω στην εποχή μου και με ενδιαφέρει και σαν θεατή και για τη δουλειά. Πιο εύκολα από το να δω ένα τάλεντ σόου ή ένα ριάλιτι οπωσδήποτε. Με ευχαριστεί η άνθηση της τελευταίας τετραετίας στη μυθοπλασία που συνέπεσε και με τον κορονοιό και την κλεισούρα και έτσι εκτόξευσε κάποια μεγέθη ή τη σημασία τους. Πολλοί συνάδελφοι, από τεχνικούς μέχρι –φυσικά– δημιουργούς, σκηνοθέτες και κυρίως ηθοποιούς είχαν δουλειά και βρήκαν ξανά φλόγα και κίνητρο συνολικά στη ζωή τους ξανά ή και για πρώτη φορά και είναι πολύ καλό αυτό.

Βγήκαν και μέτρια πράγματα…

Μοιραία αποθεώθηκαν και πολύ μέτρια πράγματα και όπως είναι φυσικό, μέσα σε αυτή την υπερπροσφορά, λίγα πράγματα αντέχουν στον χρόνο και συχνά η μαγεία και η σημασία χάνονται. Λογικά όσο πιο μεγάλη η εταιρεία παραγωγής και όσο πιο μεγάλη η διαφήμιση τόσο πιο πολύ πρέπει να παραδοθούμε όλοι αμαχητί και να γράφουμε σώνει και ντε ή να αυθυποβληθούμε ότι είναι καλό το προϊόν. Η ζωή, βέβαια, και η αληθινή συγκίνηση θα μιλήσουν στο τέλος, όπως πάντα.