Ηχηρότατο ράπισμα στην κυβέρνηση αναφορικά με τη συνταγματικότητα βασικών διατάξεων του φορολογικού νομοσχεδίου που εισάγεται σήμερα στη Βουλή έδωσε χθες με τη σχετική έκθεσή του το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής. Αναλυτικότερα, στην έκθεση εκφράζεται σοβαρός προβληματισμός για το αν στο νομοσχέδιο λαμβάνονται υπόψη οι αποφάσεις του ΣτΕ (1880 και 1889/2019), με τις οποίες κρίθηκε ότι οι μισθωτοί και οι μη μισθωτοί τελούν υπό «ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες απασχολήσεως και παραγωγής εισοδήματος». Κι αυτό γιατί το Σύνταγμα δεν αποκλείει τη θέσπιση τεκμηρίων υπό την προϋπόθεση ότι τα τεκμήρια ανταποκρίνονται στα δεδομένα της κοινής πείρας και ότι είναι μαχητά.
Στην έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής σημειώνεται, επίσης, πως στο νομοσχέδιο δεν υπάρχει ανάπτυξη των εμπειρικών δεδομένων, στα οποία βασίστηκε η καταρχήν ταύτιση του ελάχιστου εισοδήματος των αυτοτελώς απασχολούμενων προσώπων και των ελεύθερων επαγγελματιών με τον νομοθετημένο κατώτατο μισθό ή τις αποδοχές του υψηλότερα αμειβόμενου απασχολούμενου υπαλλήλου κάθε υποχρέου.
«Σε αντίθεση με τους μισθωτούς, το εισόδημα των μη μισθωτών είναι διαρκώς μεταβαλλόμενο, δεν συναρτάται, καταρχήν, με τους παράγοντες που διαμορφώνουν το ύψος του νομοθετημένου κατώτατου μισθού (άρθρο 134 παρ. 2 του Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου, π.δ. 80/2022) ή του μισθού του υψηλότερα αμειβόμενου απασχολούμενου υπαλλήλου, ενώ δεν αποκλείεται να είναι και αρνητικό (ζημίες), κυρίως στους τομείς της βιοτεχνίας και του εμπορίου, ενδεχόμενο που αναγνωρίζει και ο φορολογικός νομοθέτης, παρέχοντας τη δυνατότητα μεταφοράς της σχετικής ζημίας και συμψηφισμού της με μελλοντικά κέρδη κατά τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος των επόμενων πέντε ετών.
Συνεπώς, η επίκληση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για τη συναγωγή τεκμηρίου ως προς το ύψος του ελάχιστου καθαρού εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτά ένα φυσικό πρόσωπο βάσει του νομοθετημένου κατώτατου μισθού ή, πολύ περισσότερο, των αποδοχών του υψηλότερα αμειβόμενου απασχολούμενου υπαλλήλου, παρίσταται, ενδεχομένως, προβληματική», αναφέρει η έκθεση.
Επίσης σημειώνεται: «Δεδομένου ότι, κατά την κοινή πείρα, οι συνθήκες άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι πολύ διαφορετικές στα μεγάλα αστικά κέντρα εν σχέσει προς τις μικρότερες πόλεις ή τα χωριά, με πληθυσμό άνω των 500 κατοίκων, επισημαίνεται ότι, ενδεχομένως, το τεκμήριο θα έπρεπε να διαρθρώνεται σε περισσότερα κλιμάκια αναλόγως της γεωγραφικής θέσης και του πληθυσμού της πόλης ή του χωριού εγκατάστασης του υποχρέου».
Με άλλα λόγια, το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής κατακεραυνώνει την κυβέρνηση γιατί στο επίμαχο νομοσχέδιο θέσπισε οριζόντιο τεκμαρτό εισόδημα και αντίστοιχη φορολόγηση χωρίς να πάρει υπόψη της τις διαφορετικές συνθήκες (γεωγραφικές και άλλες) κάτω από τις οποίες αποκτούν εισόδημα οι ελεύθεροι επαγγελματίες και τις δυσκολίες απόκτησης αυτού, όπως και τα διαφορετικά μεγέθη στα οποία διαμορφώνεται ανά περιοχή το εισόδημα αυτό.
