Συνήθως στα κείμενα που έχουν τη μορφή δηλώσεων αποχώρησης ή μανιφέστων, ο καλύτερος κριτής είναι ο χρόνος. Απαντάει καλύτερα ο χρόνος και καθόλου ή σχεδόν καθόλου οι αναγνώστες τους. Οι τελευταίοι μπαίνουν στη διαδικασία να συμφωνούν, να διαφωνούν ή, ακόμα, και να αδιαφορούν. Τέτοια «πολιτικά κείμενα» κατέκλεισαν τον διάλογο το τελευταίο διάστημα. Και τα περισσότερα επιτείνουν την κατάσταση του άμορφου χώρου. Τέλος, αν υποθέσουμε ότι κάτι υπερασπίζονται, παρά ταύτα, οδηγούν σε ανυποληψία. Βεβαίως, η εικόνα ρευστοποίησης της Αριστεράς με τις τελευταίες αποχωρήσεις δεν αφορά μόνον την περίπτωση της Ελλάδας. Αφορά το σύνολο της Ευρώπης.
Πάντως, για μια αποτίμηση της δικής μας περίπτωσης, οι αποχωρήσαντες από τον ΣΥΡΙΖΑ και όσοι ακόμα δηλώνουν αποχώρηση σε αναμονή δίνουν την εντύπωση ότι δίνουν μάχες οπισθοφυλακών, δίχως να διατυπώνουν κάποια εικόνα μετασχηματισμού της κοινωνίας και της οικονομίας. Είναι αμφίβολο αν δίνουν κάποια μάχη σε σχέση με τα υπαρκτά προβλήματα της κοινωνίας και της οικονομίας. Ετσι, αυτό που μένει έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με τη ρευστοποίηση της Αριστεράς και του κόμματος που τυπικά, τουλάχιστον, βρίσκεται στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι η αδυναμία ανάπτυξης μιας κριτικής ματιάς για τον κόσμο και, ταυτόχρονα, η εμπέδωση ενός ισχυρού ηθικού αναχώματος στις ζοφερές πλευρές του δεν έχει να κάνει με ένα μόνο κόμμα, αλλά με το πολιτικό σύστημα.
Θεωρητικά, οι ισχυρές ρήξεις ανάμεσα στο οικονομικό και στο κοινωνικό σύστημα συνήθως εκδηλώνονται είτε υπό την επίδραση ισχυρών λαϊκών πιέσεων -και τέτοιες δεν υπάρχουν στην ελληνική κοινωνία- είτε με πρωτοβουλίες πολιτικών και οικονομικών ηγετών – και τέτοιες περιπτώσεις επίσης δεν είναι μορφοποιημένες τόσο στην ελληνική όσο και στην ευρωπαϊκή κοινωνία.
Η ισχυρή εσωστρέφεια καθυστερεί αντί να ενισχύσει και να επιταχύνει τη δημιουργία μιας κοινωνίας της ελπίδας που επιθυμούν οι περισσότεροι. Μιας κοινωνίας που να είναι πιο δίκαιη και οπωσδήποτε καλύτερη από τις προηγούμενες μορφές της. Το ότι δεν περιγράφεται με σαφήνεια, είναι ένα θέμα. Και αυτή η διαδικασία επιτείνει τα στοιχεία των παροντικών κρίσεων, τις αδυναμίες αντιμετώπισής τους αλλά και τις οικονομικο-πολιτικές και κοινωνικές παθογένειες. Τέλος, με όρους πραγματισμού, μειώνει τους πόρους της πολιτικής αριστερής σκέψης και αφήνει μια γεύση πρωινάδικου ξεκατινιάσματος. Αν κάτι μας έδειξε όλη η προηγούμενη εμπειρία των ποικίλων κρίσεων του 20ού αιώνα είναι ότι η τύχη της ευημερίας των ευρωπαϊκών χωρών -για να μείνουμε μόνο σε αυτές- κρίθηκε περισσότερο από την πολιτική φαντασία και λιγότερο από πολιτικές αρχές και οικονομικές επιδόσεις καθαυτές.
Σήμερα, η επικύρωση νέων οικουμενικών αξιών είναι αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε. Οι αντιφιλελεύθερες και αντιρεφορμιστικές αντιδράσεις της προηγούμενης δεκαετίας δεν οδήγησαν σε νέες κοινωνικές ισορροπίες. Αντίθετα, στο όνομα μιας καλύτερης κατάστασης, βλέπουν προς τα πίσω.
Θα δούμε να αναπτύσσονται εδώ κι εκεί ισχυρά διεκδικητικά κινήματα και προτάσεις για την οικοδόμηση ενός νέου τύπου κοινωνικής ζωής; Μήπως θα πρέπει να εξερευνήσουμε περισσότερο τον κόσμο της δημιουργίας; Μήπως θα πρέπει να υπερασπιστούμε τον κόσμο των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων; Κι εδώ, οι απαντήσεις δεν είναι ενιαίες. Κι όταν δεν υπάρχουν άμεσες απαντήσεις στα προβλήματα που απειλούν τον κόσμο, τα πάντα καίγονται σε μια ατελέσφορη διαδικασία.
Ετσι, η άλλη άμεση συνέπεια της εσωστρέφειας είναι η εξαέρωση όλων των γόνιμων λύσεων – υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν τέτοιες. Και αυτές θα είχαν ενδεχομένως βαρύνουσα σημασία· γιατί αφενός θα ενίσχυαν τα ρεύματα της κοινωνικής σκέψης προς την κατεύθυνση ενσωμάτωσης των κοινωνικών και πολιτικών αναλύσεων στον οικονομικό λογισμό και αφετέρου γιατί θα παρακινούσαν το πολιτικό σύστημα στη διερεύνηση ενός τύπου καλύτερης και δικαιότερης κοινωνίας στο σύνολό της. Κάτι τέτοιο δεν έχει μορφοποιηθεί ακόμα.
Το λυπηρό της κατάστασης είναι ότι αυτή η υπόθεση μένει σε εκκρεμότητα. Με την εσωστρέφεια και τα πολλά «εγώ» όχι μόνο δεν υπηρετήθηκε το ζήτημα της συλλογικότητας και των κοινωνικών στόχων, αλλά βγήκε στην επιφάνεια ο ανθρωπότυπος του τελείως ανυπόληπτου πολιτικού. Η σοφία της κοινωνικής επιστήμης θα μπορούσε ενδεχομένως να επιτρέψει την επιστροφή στα «κοινωνικά ζητήματα» δίχως να αφήνει έξω τον τομέα της οικονομίας, των νέων ανισοτήτων και των κλιματικών πιέσεων. Αρκεί οι πρόθυμοι να υπηρετήσουν αυτά τα πράγματα να έχουν καταλάβει ότι το κοινωνικό μέλλον δεν εξαρτάται από «το δικό τους δίκαιο» αλλά από την εφευρετικότητα και την εμπιστοσύνη που έχουν τα κοινωνικά υποκείμενα στους εαυτούς τους. Πλην, όμως, η εμπιστοσύνη είναι συνάρτηση των συμπεριφορών των ηγετών και των σχεδιαστών. Αρκεί να κατανοούν ότι, όταν το κοινό καλό θυσιάζεται στον καιροσκοπισμό τους, οι πολλοί της Αριστεράς εκεί έξω χάνουν την εμπιστοσύνη τους στο μέλλον της κοινωνίας.
