Από τη στιγμή που θα σκεφτείς να τηλεφωνήσεις σε ξεχασμένο φίλο, επειδή ξαφνικά σου πέρασε από το μυαλό η ιδέα: «Τι να γίνεται άραγε;.. Χαθήκαμε!..», μέχρι τη στιγμή που μαθαίνεις ότι ο φίλος χάθηκε αμετάκλητα, μπορεί να πέρασε μια μέρα, ένας μήνας, ένας χρόνος… Οι αναβολές δεν έχουν διάρκεια, έχουν μόνο παρατάσεις. Αντιθέτως, η ζωή –έτσι τα φέρνει που λέμε…– δεν δίνει παρατάσεις· όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος… Είσαι στα πρώτα καθίσματα λεωφορείου που ταξιδεύει. Στρέφεις μια στιγμή το κεφάλι κατά πίσω να δεις τι γίνεται, γιατί σαν να παραβάρυνε –έτσι σου φάνηκε– η σιωπή. Και βλέπεις ότι το λεωφορείο είναι άδειο. Κι εσύ είσαι ξύπνιος. Και ταξιδεύεις. Δεν ονειρεύεσαι. Είσαι ξύπνιος και ταξιδεύεις και –τι άλλο σου μένει αλήθεια;..– θυμάσαι…
Θυμάσαι εκείνη την ωραία παρέα του Berlin, ανοιξιάτικα μεσημέρια στην πλατεία Κολωνακίου, που εδώ της ταιριάζει πιο πολύ το επίσημο όνομά της: πλατεία Φιλικής Εταιρείας! Τι σημασία έχουν τα χρόνια και οι ηλικίες. Η ζωή είναι αυτή που είναι· μία και μοναδική· περνάει, παίρνει και δίνει, σβήνει και αφήνει. Τα χρόνια και οι ηλικίες είναι για τα ληξιαρχεία… Ο αξέχαστος Βασίλης Δημητρίου με… εισηγήθηκε σ’ αυτή την όμορφη συντροφιά, με τον πολυποίκιλο λόγο και τα ευτράπελα πειράγματα, της ξενοιασιάς αλλά και της επίμονης έγνοιας όποτε χρειαζόταν, της ευθυμίας και της ευθύνης.
Δεν λέω: «Τι να πρωτοθυμηθείς!». Τα θυμάμαι όλα. Εχω μπροστά μου ολοζώντανα τα πρόσωπα. Τους λόγους. Τις γκριμάτσες. Τα καρφώματα (χαριτωμένα) και τα αντίκαρφα (έξυπνα και γρήγορα). Θυμάμαι παραγγελίες, μάρκες τσιγάρων, ιδιοτροπίες, τικ, ηχοχρώματα. Πρωθιερέας, ο Βαγγέλης Γκούφας, ακολουθούσαν, καθείς και το ιερατικό του αξίωμα: Κώστας Μουρσελάς, Κώστας Κουτσομύτης, Τάκης Εμμανουήλ, Γιώργος Μοσχίδης, Ειρήνη Παππά, όταν ήταν στην Αθήνα, Γιώργος Μιχαλακόπουλος… Ο Γιώργος Σγουράκης μου τηλεφώνησε ότι πέθανε ο Μιχαλακόπουλος. Μείναμε κανα-δυο να τα θυμόμαστε…
