Σοβαρότατες ποινικές ευθύνες, παραλείψεις και κατασπατάληση εκατομμυρίων από ευρωπαϊκά κονδύλια εντόπισε το γραφείο των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων της Αθήνας για τη σύμβαση «717» που αφορούσε την αναβάθμιση του συστήματος σηματοδότησης-τηλεδιοίκησης στο ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο με συγχρηματοδότηση από το Ταμείο Συνοχής της Ε.Ε.
Η σύμβαση, που υπεγράφη το 2014, είχε ορίζοντα υλοποίησης το 2016 και ακόμη και σήμερα συνεχίζει να είναι στον μεγαλύτερο βαθμό ανολοκλήρωτη παρά τις υποσχέσεις του υπουργείου Μεταφορών, συνδέεται άρρηκτα με το σιδηροδρομικό έγκλημα στα Τέμπη που οδήγησε στον θάνατο 57 ανθρώπους. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ανεξάρτητο όργανο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αρμόδιο να ερευνά και να παραπέμπει ενώπιον της δικαιοσύνης εγκλήματα διασπάθισης ευρωπαϊκού χρήματος, κίνησε, έπειτα από έναν χρόνο διερεύνησης, ποινική δίωξη σε βάρος 23 υπόπτων, οι οποίοι αναμένεται να οδηγηθούν σύντομα ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Είχε προηγηθεί τον περασμένο Ιούλιο η κλήση για ανωμοτί κατάθεση 34 στελεχών και εργαζομένων της ΕΡΓΟΣΕ για την κακοδιαχείριση της σύμβασης. Το βασικό ερώτημα που κλήθηκαν να απαντήσουν στην Ευρωπαία ανακρίτρια Χριστίνα Σαλάππα ήταν γιατί και υπό ποιες συνθήκες τελέστηκαν με την ανοχή της ΕΡΓΟΣΕ οι συνεχείς παραβιάσεις των όρων της σύμβασης και οι καθυστερήσεις από την κοινοπραξία των δύο εταιρειών ΤΟΜΗ (του ομίλου ΑΚΤΩΡ) και της γαλλικής ALSTOM. Στη διαμάχη των δύο εταιρειών που είχαν αναλάβει το έργο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η καθυστέρηση της λειτουργίας του συστήματος σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης στο σιδηροδρομικό δίκτυο, το οποίο, αν είχε υλοποιηθεί, θα είχε αποτρέψει το δυστύχημα των Τεμπών.
Η σκανδαλώδης υπόθεση της σύμβασης μπήκε στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών αρχών τρεις μήνες πριν από το δυστύχημα, τον Νοέμβριο του 2022. Η ποινική προκαταρκτική εξέταση ολοκληρώθηκε εντός ενός έτους και τελικά, αφού οι εισαγγελείς συνεκτίμησαν το αποδεικτικό υλικό και τις καταθέσεις που έδωσαν οι ποινικά ελεγχόμενοι, έκριναν ότι πρέπει να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος 23 προσώπων. Από αυτούς οι 18 είναι δημόσιοι υπάλληλοι – 14 της ΕΡΓΟΣΕ, για απάτη σχετική με τις επιχορηγήσεις, όπως και, κατά περίπτωση, για ψευδή βεβαίωση με σκοπό τον προσπορισμό αθέμιτου οφέλους σε άλλον, και 4 υπάλληλοι της Ελληνικής Διαχειριστικής Αρχής του Επιχειρησιακού Προγράμματος Υποδομών Μεταφορών, Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΥΔ/ΕΠ-ΥΜΕΠΕΡΑΑ) που κατηγορούνται για κατάχρηση κονδυλίων, δηλαδή ως υπαίτιοι απιστίας με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας ξένης περιουσίας.
Στο στόχαστρο μπαίνουν και πέντε νόμιμοι εκπρόσωποι και υπάλληλοι των ανάδοχων εταιρειών για ηθική αυτουργία σε απάτη σχετική με τις επιχορηγήσεις και ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό τον προσπορισμό αθέμιτου οφέλους σε άλλον. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τα όσα ακολούθησαν της υπογραφής της σύμβασης θα μπορούσαν να θέσουν προ των ευθυνών τους για παράβαση καθήκοντος και τους ελεγκτές της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, στους οποίους ανατέθηκε εξαρχής ο έλεγχος για την ομαλή εκτέλεσή της.
Το σκεπτικό
Συνολικά επτά παράνομες παρατάσεις της αρχικής σύμβασης δόθηκαν τα τελευταία χρόνια με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΡΓΟΣΕ. Οι Ευρωπαίοι εισαγγελείς θέτουν στο επίκεντρο τις δύο ιδιωτικές εταιρείες, αφού αμέσως μετά την υπογραφή της σύμβασης «χώρισαν αυθαίρετα το έργο μεταξύ τους». Οπως τονίζουν, η μία από τις εταιρείες ανέλαβε να εκτελέσει το βόρειο τμήμα του έργου, ενώ η δεύτερη εταιρεία ανέλαβε να εκτελέσει το έργο στο μεγαλύτερο τμήμα της σιδηροδρομικής διαδρομής Αθήνα-Θεσσαλονίκη μέχρι το Πλατύ, συμπεριλαμβανομένου του τμήματος όπου έγινε η μετωπική σύγκρουση των τρένων στα Τέμπη. Η δεύτερη εταιρεία ανέθεσε την εκπόνηση των τεχνικών μελετών για τα συστήματα σηματοδότησης σε μια τρίτη εταιρεία, η οποία, όπως τονίζουν, «δεν διέθετε την απαιτούμενη ειδική τεχνογνωσία, κατά παράβαση των όρων της Σύμβασης». Για αυτή την παράβαση επιβλήθηκε στην ΕΡΓΟΣΕ δημοσιονομική διόρθωση ύψους περίπου 2 εκατομμυρίων ευρώ, κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε το 2018.
Οι παραπάνω ωστόσο είναι μόνο κάποιες από τις παραβάσεις. Οι δύο εταιρείες επιχείρησαν να κατασκευάσουν ένα εντελώς νέο σύστημα σηματοδότησης με νέες μονάδες τηλεμετρίας, κάτι που οδήγησε «σε αδικαιολόγητη αύξηση της αξίας αυτής, που δεν δικαιολογείται από απρόβλεπτες περιστάσεις». Την ίδια στιγμή, υπάλληλοι της ΕΡΓΟΣΕ που είχαν καταστεί υπεύθυνοι για τη διαχείριση του έργου δήλωσαν «σκόπιμα μη ορθά και ελλιπή στοιχεία στην Ελληνική Διαχειριστική Αρχή σχετικά με την ύπαρξη γεγονότων κρίσιμων για τη χορήγηση των ενισχύσεων και την έγκριση των παρατάσεων». Τα σχετικά αιτήματα εγκρίθηκαν από τη Διαχειριστική Αρχή, η οποία κατέβαλε τα κονδύλια στην ΕΡΓΟΣΕ, που πλήρωσε στη συνέχεια τις ανάδοχες εταιρείες. Αποτέλεσμα ήταν η ζημία ύψους 15,6 εκατομμυρίων ευρώ σε βάρος της Ε.Ε. και του Ελληνικού Δημοσίου.
