ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τιτίκα Δημητρούλια*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπάρχει όμως άλλη μια διάσταση που φέρνει κοντά τη μνήμη και τη λογοτεχνία, αλλά και την Ιστορία. Ξεκινούν από το παρόν, αφορούν το παρελθόν και σχετίζονται με το μέλλον. Θυμόμαστε και διαβάζουμε το παρελθόν σήμερα, σε ένα παρόν που έχει ήδη σκοτεινιάσει από την απώλεια πολύχρονων κεκτημένων και σταθερών σε όλα τα επίπεδα, έχοντας τον νου μας στο αύριο. Ενα αύριο που σκιάζεται στις μέρες μας περισσότερο από ποτέ από την επιστροφή του φασισμού, ο οποίος δεν τελειώνει με δίκες και καταδίκες, ούτε πολύ περισσότερο με ευχολόγια και εξορκισμούς – μας τα έχουν πει πολύ νωρίς αυτά όσοι τον έζησαν με τον χειρότερο τρόπο στο πετσί τους, από τον Πρίμο Λέβι ώς τον δικό μας Ιάκωβο Καμπανέλλη. Την ώρα λοιπόν που η αντίσταση γίνεται επιτακτική, η ιδέα και η μορφή της προϋποθέτουν τη μνήμη της αντίστασης, σε όλες τις εκφάνσεις της, και δη του εμβληματικού γεγονότος της Εθνικής Αντίστασης.

Η Εθνική Αντίσταση ήταν, κατά τον Αγγελο Ελεφάντη, ένα ολοπαγές γεγονός ευρωπαϊκής εμβέλειας, που ανέδειξε τη χρεοκοπία των κρατών και των μηχανισμών τους μπροστά στον ναζισμό και τον φασισμό και έδωσε στις αντιστασιακές δυνάμεις τον χώρο να αναπτυχθούν και να υπερασπιστούν το έθνος. Κι αν το κίνημα της Αντίστασης ήταν πανευρωπαϊκό και ανέδειξε τον αντιφασιστικό ευρωπαϊκό λαό, όπως λέει και πάλι ο Ελεφάντης, μια κοινότητα που χάθηκε και πάει («Μας πήραν την Αθήνα…», 2003), η ανάμνησή της είναι όρος για όποια ανάλογη εξέλιξη στο μέλλον. Που θα ξεκινάει από το εθνικό επίπεδο, όπως και τότε, και θα το υπερβαίνει.

Κι εδώ έρχεται αρωγός η λογοτεχνία, που μιλάει για το γενικό, σε αντίθεση με την Ιστορία, που μιλάει για το ειδικό. Ο Πολ Ρικέρ, στο έργο του «Η μνήμη, η ιστορία, η λήθη», αναφέρεται στη χουσερλιανή διάκριση ανάμεσα στην πρωτογενή και την επιγενόμενη ενθύμηση, τη συγκράτηση (με την έννοια μιας μελωδίας που συνεχίζει να αντηχεί) και την αναπαραγωγή, την κοπιώδη ή αυθόρμητη ανάκλησή της αφού έχει τελειώσει. Αν εφαρμόσουμε τη διάκριση αυτή, mutatis mutandis, στα λογοτεχνικά έργα που γράφτηκαν για την Αντίσταση, θα λέγαμε ότι όσα γράφτηκαν εν θερμώ αφορούν τη συγκράτηση και όλα τα υπόλοιπα την αναπαραγωγή, την επαναφορά της ενθύμησης, της αναπαράστασης και κατασκευής που έτσι κι αλλιώς αποτελεί κι η ίδια η συγκράτηση.

Στο σύντομο αυτό σημείωμα, αφήνουμε κατά μέρος την ποίηση, το θέατρο, τα χρονικά, στα οποία με την πρώτη ευκαιρία θα επανέλθουμε. Μένουμε μόνο στη μυθοπλασιακή πεζογραφία που αφορά την Αντίσταση και εκδίδεται ώς την αρχή του Εμφυλίου, ενώ τα Δεκεμβριανά και η λευκή τρομοκρατία αναφέρονται, για λόγους οικονομίας, ακροθιγώς. Η πεζογραφία αυτή καταγράφει ρεαλιστικά –αλλά καθόλου άτεχνα ή απλουστευτικά, όπως συχνά της καταλογίζουν, μεταθέτοντας την ιδεολογική κριτική σε αισθητικό επίπεδο– την πρωτογενή και γι’ αυτό πολύτιμη ενθύμηση της Αντίστασης. Ας την αρπάξουμε, καθώς αστράφτει στην παρούσα στιγμή του ύψιστου κινδύνου, για να παραφράσουμε τον Βάλτερ Μπένγιαμιν στο τελευταίο του κείμενο, τις «Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας», που απειλεί «τόσο το περιεχόμενο της παράδοσης όσο και τους παραλήπτες του. Και για τους δύο είναι ο ίδιος: να γίνουν όργανα της κυρίαρχης τάξης. Κάθε εποχή πρέπει να κάνει τη δύσκολη προσπάθεια για την εκ νέου αρπαγή της παράδοσης από τον κομφορμισμό που είναι έτοιμος να την καταδυναστεύσει» (2014, 12-13).

Οψεις της πρωτογενούς ενθύμησης

Στο μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη «Εικοστός αιώνας» (1946), η Πολυξένη θυμάται τη ζωή της τη νύχτα πριν από την εκτέλεσή της. Τη μοναξιά της, τη συνάντησή της με τον Αιμίλιο και τους κομμουνιστές, τη συνειδητοποίησή της, την παρανομία, τις μεγάλες διαδηλώσεις, τις συλλήψεις, τα βασανιστήρια, τις επαναλαμβανόμενες απώλειες. Το βιβλίο κλείνει με τον πατέρα της, πλάι στον Αιμίλιο, που τη θυμούνται στη δική τους φυλακή, μετά τον Δεκέμβρη.

Νωρίτερα την ίδια χρονιά, είχε εκδοθεί η «Φωτιά» του Δημήτρη Χατζή, καταγραφή μιας μνήμης που «απόμεινε σα μια πληγή με τους τόσους χαμούς», όπως λέει η ηρωίδα του Αυγερινή στο τέλος του έργου. Η Αυγερινή μιλάει για τη δική της μνήμη, που όμως είναι συλλογική, όπως είναι πάντα η ατομική μνήμη κατά τον «πατέρα» των σύγχρονων Σπουδών Μνήμης Μορίς Αλμπβάκς, είναι η μνήμη της οικογένειάς της και όλων των συντρόφων της που αγωνίστηκαν ενάντια στον κατακτητή, ενάντια στον φασισμό και τους ντόπιους υποστηρικτές του, αλλά και για «έναν κόσμο καινούργιο, που θα ’ρχόταν, άμα τέλειωνε ο πόλεμος, να ξεπληρώσει τους ανθρώπους που βασανίστηκαν τόσο πολύ. Και να δώσει μια μικρούλα χαρά, ξεχωριστή και δική του του καθεμιανού, σ’ αυτούς που αγάπησαν πολύ και πολέμησαν πολύ» («Φωτιά», 1979, 64).

Εναν χρόνο νωρίτερα, είχαν κυκλοφορήσει τα «Δεκαπέντε διηγήματα από την αντίσταση» (1945).

Μετά το τέλος του πολέμου, μαθαίνουν όλοι, διανοούμενοι και μη, ότι ο αγώνας τους, το αντάρτικο, είχε όνομα, λεγόταν αντίσταση και μάλιστα αντίσταση εθνική (Ελεφάντης, ό.π.). Κι αυτό το επίθετο, το εθνική, που προσπαθεί να υπερασπιστεί τον «εσταυρωμένο λαό», όπως τον ονομάζει στο ομότιτλο χρονικό του την ίδια χρονιά ο Θέμος Κορνάρος, σε μια εποχή που ήδη κατασυκοφαντείται και διώκεται άγρια, το εξηγεί ωραία ο Χατζής: «Πάνω σ’ αυτές τις άγριες βουνοκορφές είτανε σάμπως το έθνος να γνώριζε τον ίδιο τον εαυτό του». Εχει προηγηθεί μια πολύ ωραία σκηνή, όπου ο γέρος Γιακουμής, ο οποίος προσχωρεί στον αγώνα μετά τους αρχικούς δισταγμούς του και διαχειρίζεται την αποθήκη με τα σιτηρά, τσακώνεται με έναν ανταρτάκο που του μίλησε άσχημα και αυτοπροσδιορίζεται ως έθνος (1979, 51):

«Τον άρπαξε τότες από τους ώμους και τον έβγαλε σούρνοντας όξω. Είταν ένα χωριατόπουλο – παιδί πράμα, κι απόμεινε και τον κοίταζε σαστισμένο. Μόνο που δεν το πήραν τα κλάματα:

– Δεν ντρέπεσαι να το κάνεις αυτό;

– Κ’ εσύ μωρέ δεν ντράπηκες και μίλησες έτσι;

– Και ποιος είσαι συ;

– Εγώ, μωρέ ποιος είμαι;

Αλήθεια ποιος είταν; Κόμπιασε μια στιγμή, έξυσε την κεφάλα του κ’ ύστερα το ’πε:

– Εγώ είμαι το έθνος.

Οι χωριάτες από μέσα δεν πρόφτασαν να γελάσουν. Αν το ’λεγε άλλος θα το παίρνανε και το τριγύριζαν από στόμα σε στόμα κι από χωριό σε χωριό, να του απομείνει το παρατσούκλι, ο Γιακουμής, το έθνος. Ομως καθώς τον είδανε να μπαίνει πανύψηλος, πελώριος, με την κεφάλα του κάτασπρη και τα μούτρα του αγριεμένα, δε βρήκαν τίποτα παράξενο να το πει».

Τέλος, το 1946, εκδόθηκε και η συλλογή διηγημάτων του Σωτήρη Πατατζή «Ματωμένα χρόνια», με πρόλογο του Μάρκου Αυγέρη. Ολα τα διηγήματα, με εξαίρεση το πρώτο και το τελευταίο, παρουσιάζουν δραματικές όψεις της Αντίστασης με τρόπο που συνδυάζει τον ρεαλισμό με την ποιητικότητα, όπως λόγου χάρη το «Τραγούδι των σκοτωμένων», που το τραγουδάει παραλοϊσμένο ένα κορίτσι από τη Θράκη ώς να πάρει κι αυτή θέση ανάμεσά τους.

Τα παραπάνω έργα δημοσιεύονται μετά τον ματωμένο Δεκέμβρη του ’44, που κουρέλιασε τις ελπίδες για έναν καινούργιο κόσμο κι άνοιξε τον νέο κύκλο του αίματος. Νωρίτερα μέσα στην Κατοχή είχαν εκδοθεί κάποιες συλλογές διηγημάτων που είναι σήμερα δυσεύρετες – ευτυχώς όμως υπάρχουν τα παλαιοβιβλιοπωλεία… Ο «κουμπάρος», όπως τον αποκαλούσαν, Θέμος Κορνάρος δημοσιεύει τη συλλογή διηγημάτων «Δε θα πεθάνουμε!» (1943), καταγράφοντας σκηνές από την Αθήνα της ναζιστικής κατοχής και αναδεικνύοντας τις αντιθέσεις στην καθημερινή ζωή. Για παράδειγμα, στην «Αλήτικη πολιτεία», φωτίζει την αλληλεγγύη που επιδεικνύουν τα «αλητάκια» μπροστά στα δεινά, ενώ ένα μέρος του πληθυσμού δεν έχει αντιληφθεί την αξία της και κάποιοι από αυτούς δεν θα την αντιληφθούν ποτέ.

Ο Μενέλαος Λουντέμης εκδίδει την ίδια χρονιά τη συλλογή διηγημάτων «Αυτοί που φέρανε την καταχνιά» (εφημερίδα «Τα Νέα», 2010), που ξεκινά με ένα υπέροχο διήγημα για την αποφασιστική και εξαρχής καταδικασμένη αντίσταση μιας χούφτας γύφτων στους Γερμανούς, προκειμένου να υποστηρίξουν τους αρκαντάσηδες Γραικούς, όσο κι αν αυτοί τους κυνηγάνε. Γραμμένο στη γλώσσα των γύφτων, το διήγημα παρουσιάζει τους Γερμανούς ως σιδερένιες μηχανές, «μάκενες», που έρχονται από εκεί που κατεβαίνουν τα πούσια και τα κουβαλάνε πάντα μαζί τους (22-23).

«– Aκούστε, γύφτοι, είπε. Oι Γραικοί αρκαντάσηδες άνθρωποι είναι. Στο μελμεκέτι τους κονεύουμε. Tο ψωμί τους τρώμε, το νερό τους πίνουμε. Στις στράτες τους γυροβολάμε. Oι Γραικοί αρκαντάσηδές μας είναι.

– Nα μην τους αφήκουμε, μπέη, τους Aλαμάνους! κάνουνε με μια φωνή κι οι άλλοι. O τόπος γιομάτος κοτρόνια είναι. Nα τους πάρουμε κυνήγι.

– Nαι, αυτό να κάνουμε, μπαμπά… λέει κι η βρομο-Tσιμσίρα, αρκαντάσηδές μας είναι. Kι αυτοί το σκιάζονται το πούσι.

[…]

Eδώ δεν είχαμε πια λύκους. Δε μας διαγούμιζαν τσακάλια… Eδώ πούσι μας κουβάλαγαν, χαμό φέρνανε. Eδώ σιδερένιες πατούσες θα ζουλάγανε τα στήθια μας. Kαι τι… όχι να πεις μια, να πεις δυο. Mιλιούνια πατούσες από μαντέμι που, “κιχ” να κάνεις, λιώμα σ’ το κάνουνε το πλεμόνι σου. Aμάν».

Ο Θράσος Καστανάκης δημοσιεύει τον Ιούλιο του 1944 τις «Εφτά ιστορίες», περιγράφοντας στον «Κηρύκο» πώς οι θαμώνες μιας ταβέρνας ξυλοφορτώνουν τους μαυραγορίτες και τις Ελληνίδες φιλενάδες τους – ένα θέμα που επανέρχεται και στον Λουντέμη. Ο Καστανάκης όμως εστιάζει στον ανίατο έρωτα του κουτσού Κηρύκου για ένα από αυτά τα κορίτσια, το οποίο και παντρεύεται τελικά, αναδεικνύοντας τη συνθετότητα των πραγμάτων ακόμη και σε εξαιρετικές καταστάσεις.

Παρότι λοιπόν η αναφορά στις ανθρώπινες αδυναμίες κι επιθυμίες δεν λείπει από τα έργα της περιόδου, εν γένει περιγράφονται συστηματικά η αποτρόπαιη βία των κατακτητών, τα βασανιστήρια, οι εκτελέσεις, τα στρατόπεδα, η πείνα, οι σακατεμένοι άνθρωποι· ο ηρωισμός μικρών και μεγάλων, ανδρών, γυναικών και παιδιών, αφού «δεν εξαιρεί η Ιστορία τα φύλα», όπως λέει ο πατέρας της Πολυξένης, αλλά ούτε τις ηλικίες, τις κοινωνικές ομάδες και τις εθνότητες· το μίσος κι η περιφρόνηση για τον κατακτητή και τους συνεργάτες του κι η τιμωρία τους· αλλά κι η πίστη στη ζωή: «Η ζωή δε χαλιέται με τη φωτιά, όπως ο άνθρωπος. Είναι αιώνια. Μάλιστα. Αντίο σας» («Εικοστός αιώνας», 170), και στη δύναμη της γραφής ως μνήμης, εντέλει, όπως την εκφράζει ένας φυλακισμένος γερο-βοσκός από τα Δολιανά («Εικοστός αιώνας», 151):

«Ε, να αυτοδά μας πόμεινε κι εμάς. Αυτό είν’ η πλερωμή μας. Αυτό είν’ η δικιά μας φωνή που θ’ ακουστεί, αφού δε μας αφήνουνε ν’ ακουστεί η άλλη: του λάρυγγά μας. Πως κάνομε εμείς έργατα που θα τα γράφουνε οι γραφές. Χρόνια. Σαν το Δυσσέα. Μα τους οχτρούς όμως που μας βαρούν, ποιος τους γράφει εκεινούς; Κανένας!»

Στο μεταξύ, γράφουν και για εκεινούς, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Αλλά εμείς διαβάζουμε και θυμόμαστε τα δικά τους έργατα και τα κρατάμε ζωντανά. Για εμάς και τα παιδιά μας.

*Καθηγήτρια ΕΚΠΑ, κριτικός λογοτεχνίας