ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπάρχουν ιστορικά πρόσωπα στα οποία συγκεντρώνεται το ανθρώπινο φαντασιακό και γι’ αυτό προσφέρονται αφενός σε στερεοτυπικές αποτυπώσεις και αφετέρου σε πολυεπίπεδες αναγνώσεις από την πλευρά των κοινωνικών επιστημών: όχι τόσο για την αποδομιστική ανάλυσή τους όσο για τον πολλαπλασιασμό των ερωτημάτων που αφορούν ανθρώπινες νοοτροπίες, αναπαραστάσεις, συμβολισμούς. Μια τέτοια περίπτωση είναι για το εθνικό μας φαντασιακό ο Γ. Μακρυγιάννης, ίσως αθέλητα, ίσως και ηθελημένα μια και ο ίδιος φρόντισε με τα απομνημονεύματά του να διαιωνίσει την πορεία του σε αυτόν τον κόσμο.

Στη σύντομη αλλά μεστή νοημάτων και, κυρίως, πλήρη κριτικών προσεγγίσεων μελέτη του καθηγητή Μιχάλη Ζ. Κοπιδάκη για τον «μακρυγιαννισμό» ως ιδεολόγημα της μεσοπολεμικής και σύγχρονης Ελλάδας, που ετεροχρονισμένα συμβολοποιεί το πρόσωπο «Μακρυγιάννης» και τα κείμενά του, ο αγωνιστής ευτυχεί να συναντήσει τις ιστορικές του διαστάσεις.

Αναδεικνύονται τα συλλογικά υποκείμενα που διαμορφώνουν την κοινωνική πραγματικότητα της αθηναϊκής επαναστατικής και μετεπαναστατικής περιόδου: οι λαϊκοί ξωμάχοι, οι έμποροι και γαιοκτήμονες, τα παλικάρια… Και όλες αυτές οι κοινωνικές κατηγορίες υπό το βλέμμα των περιηγητών και φιλελλήνων που συνήθως προβάλλουν τη δυτική πρόσληψη της Αρχαίας Ελλάδας στους σύγχρονους Ελληνες. Οπως και ο Σπύρος Ασδραχάς το έχει ήδη επισημάνει σε σχέση με την προσωπικότητα του Μακρυγιάννη (Σπ. Ασδραχάς, «Ιστορικά Απεικάσματα», 1995, 230), αναδεικνύεται η συμμετοχή του κόσμου της οικονομίας στη διαμόρφωση των κοινωνικών μεταβλητών κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και αμέσως μετά. Ο Μ. Ζ. Κοπιδάκης προβαίνει επίσης στην ανάδειξη των ιδιοσυγκρασιακών χαρακτηριστικών του ίδιου του Μακρυγιάννη, όπως της επιθυμίας του να ενσωματωθεί στην κοινωνία της Αθήνας, που επισφραγίζεται από τη δράση του στα δημοτικά πράγματα της πόλης: η προσωπική αυτή σχέση του Μακρυγιάννη με την Αθήνα –το «φιλαθήναιον»– έχει άλλωστε ήδη επισημανθεί από τον Βλαχογιάννη στην εισαγωγή του της πρώτης έκδοσης των «Απομνημονευμάτων» (1907).

Στη μελέτη επισημαίνεται η καλλιτεχνική πλευρά της προσωπικότητας του Αγωνιστή, η αγάπη του για τη μουσική και τη ζωγραφική αλλά και τα γράμματα. Ισως αυτή η πλευρά να είναι και εκείνη που δίνει μια ιδιαίτερη αχλή στο κείμενο του Μακρυγιάννη, η οποία νομιμοποιεί τον Βλαχογιάννη να σημειώσει ότι το κείμενό των «Απομνημονευμάτων» δεν είναι μόνο ιστορικό αλλά και ποιητικό έργο. Και ίσως είναι ώρα να υλοποιηθεί η προτροπή του συγγραφέα να μελετηθούν τα μακρυγιαννικά Απομνημονεύματα και από αυτήν, τη λιγότερο καντιανή, πλευρά, όχι για φιλολογικούς στόχους αλλά κυρίως σε σχέση με την εθνική μας αυτογνωσία και τους τρόπους που αυτή σταδιακά διαμορφώθηκε ετεροκαθοριζόμενη. Σε συνάφεια με την αποτύπωση της προσωπικότητας του Μακρυγιάννη στην ιστορική της διάσταση, ο Μ. Ζ. Κοπιδάκης επισημαίνει επίσης τη χρηματοπιστωτική δραστηριότητά του: εν τέλει η τελευταία βρίσκεται σε συνάρτηση με την ανάπτυξη του κόσμου της οικονομίας στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, όπως και παραπάνω σημειώθηκε.

Με βάση τις προαναφερθείσες ιστορικές παραμετροποιήσεις, ο Κοπιδάκης προχωρεί, με έναυσμα τη μελέτη του Γιώργου Κόκκινου για τον «μακρυγιαννισμό» ως ιδεολογικό μόρφωμα από τη γενιά του 1930 και της Μεταπολίτευσης (Θίνες-Τήνελλα, 2022), στην ένταξη των διακυβευμάτων (ή των ερευνητικών αντικειμένων) της Διανοητικής Ιστορίας στο ιστορικό τους πλαίσιο. Με αυτήν την έννοια, η συγκεκριμένη μελέτη είναι και μεθοδολογικά λυσιτελής, καθώς εντάσσει τον «μακρυγιαννισμό» στα ζητούμενα των λογίων της γενιάς του 1930 αλλά και στις προτεραιότητες της μεταπολιτευτικής περιόδου: όπως το διατυπώνει με κομψό τρόπο ο συγγραφέας, η πρόσληψη των κειμένων και των τραγουδιών –όπως άλλωστε και των συμβόλων– έχει να κάνει με τις προσλαμβάνουσες της κάθε ιστορικής περιόδου. Κειμενικές –αλλά και οπτικές– αναπαραστάσεις μάς μιλάνε επομένως για την εποχή που τις γέννησε και όχι για την εποχή που εξιστορούν.

Σε τούτο, προστίθεται η επισήμανση που διατυπώνει ο Κοπιδάκης, αποτιμώντας θετικά την προσέγγιση της προσωπικότητας του αγωνιστή από τον Γ. Κόκκινο, για την ανάγκη επιστημονικής γνώσης των ιστορικών γεγονότων, των αναπαραστάσεων και γενικότερα του ευρύτερου πλαισίου αναφοράς της περιόδου στην οποία εντάσσεται το εκάστοτε ερευνητικό αντικείμενο, ειδικά βέβαια στο πλαίσιο της Διανοητικής/Εννοιολογικής Ιστορίας.

Εάν έχει κανείς να προσθέσει κάτι στον μεθοδολογικό αυτό μίτο, θα ήταν η γνώση των ευρύτερων (υπερεθνικών) ιδεολογικών ρευμάτων που είτε είναι κυρίαρχα είτε είναι εναλλακτικές θεωρήσεις στο συγκεκριμένο κάθε φορά πλαίσιο αναφοράς.

Τέλος, ο αναγνώστης έχει να κερδίσει πολλά από τη διακειμενικότητα της συγκεκριμένης μελέτης, που καθίσταται ακόμη περισσότερο ελκυστική με αφετηρία το ίδιο το κείμενο του Μακρυγιάννη και απόληξη τη μελέτη του Γ. Κόκκινου για τον «μακρυγιαννισμό», ενδιάμεσους σταθμούς-αναφορές στα κείμενα των Γ. Βλαχογιάννη, Γ. Θεοτοκά, Γ. Σεφέρη για τα «Απομνημονεύματα» και αναγωγές των εννοιών σε κείμενα της κλασικής και ελληνιστικής γραμματείας.

*Ιστορικός, διευθύντρια ερευνών στην Ακαδημία Αθηνών