Κωστής Καζαμιάκης 1*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πλάτων: Ειμαρμένην ουδ’ αν είς εκφύγοι. Κανείς δεν ξεφεύγει από τη μοίρα του.
    

Ο`, 610. Ἕκτορος• αὐτὸς γάρ οἱ ἀπ’ αἰθέρος ἦεν ἀμύντωρ

Ζεύς, ὅς μιν πλεόνεσσι μετ’ ἀνδράσι μοῦνον ἐόντα

τίμα καὶ κύδαινε. μινυνθάδιος γὰρ ἔμελλεν

ἔσσεσθ’• ἤδη γάρ οἱ ἐπόρνυε μόρσιμον ἦμαρ.

μῐνυνθάδιος, -α, -ον, βραχύβιος.Ιλιάς, Ο`, 610- 746.  (τέλος Ο`, ραψωδίας).

Ο Έκτορας είχε τη βοήθεια του Δία από τον αιθέρα γιατί ο πάνσοφος Κρονίδης γνώριζε ότι ο γιος του Πριάμου θα ζούσε λίγες μέρες ακόμα. (μῐνυνθάδιος,)  Γι` αυτό τον πρόσεχε περισσότερο απ` όλους τους άλλους γενναίους πολεμιστές. Η Αθηνά ήδη είχε αποφασίσει τη μαύρη μέρα του χαμού του Έκτορα από τα χέρια του Αχιλλέα.

Παρά την ασυγκράτητη επέλαση των Τρώων με μπροστάρη τον Έκτορα ο πυκνός σχηματισμός των Ελλήνων άντεχε όπως αντέχει ο βράχος στο ακρόγιαλο που τον κτυπά το κύμα κι αυτός κρατά  ακέραιος ψηλά την κορυφή του. Σαν βράχοι όλοι οι Αχαιοί δεχότανε τους Τρώες που σαν μεγάλα κύματα κτυπούσαν πάνωθε τους.

Οι Τρώες πέφτανε σαν ριπές ανέμου πάνω στα πανιά ενός πλοίου. Και όπως οι ναύτες  τρέμουν για τη ζωή τους, έτσι έτρεμαν κι οι Αχαιοί μπροστά στο ασίγαστο μένος των εχθρών. Ο Έκτωρ θυμίζει  λιοντάρι που βρίσκεται σε αγέλη βοδιών που βόσκουν σε λιβάδι και ο βοσκός δεν ξέρει πώς να προφυλάξει τα ζώα του και τρέχει πέρα δώθε κρατώντας το κοντάρι του αλλά το θεριό χωρίς να τον υπολογίζει ορμά στη μέση της αγέλης και παίρνει μια μοσχαροπούλα να την κατασπαράξει.  Οι Αργείοι,  σαν τις αγελάδες και τον βοσκό τους, έχουν τρομάξει πολύ.

Ο Έκτωρ σκότωσε τον Περιφήτη από τις Μυκήνες, το μοναχογιό του Κοπρέως. Ο Κοπρεύς ήταν αυτός που παρέδιδε τις διαταγές του βασιλιά των Μυκηνών Ευρυσθέως στον ανίκητο Ηρακλή. Ο Περιφήτης αν και γιος του μοχθηρού Κοπρέως ήταν ένας καλόκαρδος και γενναίος πολεμιστής, φτεροπόδαρος και με γνώσεις περισσότερες από τους συμπατριώτες του  Μυκηναίους. Ο άμοιρος νέος σκόνταψε στην τεράστια ασπίδα που του κάλυπτε όλο το σώμα και έπεσε στο χώμα. Η περικεφαλαία κτύπησε με μεγάλο βρόντο στο κεφάλι του.

 Ο Έκτορας δεν έχασε στιγμή και σκότωσε τον πεσμένο πολεμιστή.

Ο`, 650. Του κάρφωσε την αιχμή του δόρατος στο στήθος και τον άφησε ξέπνοο. Κανείς από τους Αχαιούς δεν πήγε στον νεκρό γιατί τους τρόμαζε η θηριώδης ορμή του Έκτορα  που τον βοηθούσε ο Δίας και ο Απόλλων. Οι Έλληνες συμπτύχθηκαν ακόμα περισσότερο καθώς οι Τρώες έσφιγγαν τον κλοιό. Ο Νέστωρ τους είπε: «Άνδρες φίλοι μην ξεχνάτε ότι πολεμάμε για όλους τους Έλληνες. Πολεμάμε για τους γονείς μας, τη γυναίκα μας,τα παιδιά μας, την περιουσία μας. Μην καταδεχθείτε να γυρίσετε την πλάτη στον εχθρό».

Οι άντρες πήραν θάρρος και κουράγιο όταν άκουσαν αυτά τα λόγια και αμέσως ζωντάνεψαν και γιγαντώθηκαν. Η Αθηνά έδιωξε το σκοτάδι και την καταχνιά που θάμπωνε τα μάτια τους. Ο χώρος της μάχης φωτίστηκε με την επέμβαση της θεάς.

Ο Αίας με βροντερή φωνή πηδούσε από το ένα πλοίο στο άλλο κρατώντας ένα πολύ μακρύ καμάκι εικοσιδύο πήχες. Έμοιαζε με αναβάτη τεσσάρων γρήγορων αλόγων που τα κουμαντάρει επιδέξια περνώντας από το ένα στο άλλο σαν ακροβάτης που τον θαυμάζουν όλοι απ` όπου περνά. Φώναζε με όλη του τη δύναμη για να εμψυχώσει τους άντρες που έβλεπαν τον Έκτορα να  πλησιάζει με αποφασιστικότητα αετού που ορμά σε μεγάλα, μακρολαίμικα πουλιά όπως χήνες, γερανοί, κύκνοι  που ψάχνουν το φαγητό τους σε ακροποταμιά. Έτσι ο Έκτωρ σαν αετός ακράτητος έφτασε σ` ένα πλοίο με κατάμαυρη πλώρη. Το τεράστιο χέρι του Δία τον έσπρωξε μέχρι εκεί. Άναψε πάλι η μάχη εκεί δίπλα στα πλοία με τόσο πάθος που νόμιζες ότι οι αντίπαλοι συγκρούονται για πρώτη φορά.

Ο`, 700. ΟΙ Αχαιοί φοβήθηκαν πως έφτασε η ώρα, οι Τρώες με τον Έκτορα να κάψουν τα καράβια, και έπειτα εκεί σιμά να τους σκοτώσουν όλους. Αυτά ακριβώς σκεφτότανε και οι γενναίοι Τρώες. Στήθος με στήθος μάχονταν για τ` όμορφο καράβι του μέγα Πρωτεσίλαου.

Η μάχη σώμα με σώμα γινόταν με σπαθιά, κοντά δόρατα, τσεκούρια, μαχαίρια. Ποτάμι έτρεχε στο μαύρο χώμα το αίμα ανάμεσα σε κομμένα χέρια, κεφάλια και όπλα των νεκρών πολεμιστών.

Ο Έκτωρ κρατώντας την πρύμνη του καραβιού του Πρωτεσίλαου φώναξε με δυνατή φωνή: «Φέρτε φωτιά αδάμαστη να κάψουμε τα πλοία. Ο Δίας ο πανίσχυρος μας σπρώχνει για τη νίκη. Ήρθε η ώρα η καλή τη νίκη να χαρούμε. Φωνάξτε όλοι δυνατά, βγάλτε  βοή της νίκης».

Ο Αίας ανεβασμένος στο πιο ψηλό σημείο του καραβιού για να βλέπει καλύτερα, πετούσε τα κοντάρια του σε όσους έφερναν δαυλούς αναμμένους. Με βροντερή φωνή είπε στους δικούς του: « Ήρωες, φίλοι Αχαιοί, παιδιά του μέγα Άρη φανείτε άντρες δυνατοί, θάνατο μη φοβάστε. Σύντροφοι δεν έχουμε καμιά βοήθεια, μόνο τη δύναμη της ψυχής μας. Δεν έχουμε εφεδρείες να έλθουν μα μας συνδράμουν, ούτε μια ισχυρή, περιτειχισμένη πόλη εδώ κοντά να μπούμε να προφυλαχτούμε και να μας βοηθήσει ο λαός.

Στη γη των Τρώων είμαστε που είναι οπλισμένοι και μας στριμώξανε εδώ στ` αγαπημένα πλοία. Τα πλοία που μας φέρανε απ` τη γλυκιά πατρίδα. Για να σωθούμε σύντροφοι πρέπει εδώ και τώρα τους Τρώες να τσακίσουμε και όσοι θα γλυτώσουν στην Τροία να γυρίσουνε, στα τείχη να κλειστούνε».

Ο`, 745. Ο Αίας σκότωσε με κοντάρια δώδεκα Τρώες που πλησίαζαν κρατώντας αναμμένους δαυλούς για να κάψουν τα πλοία.

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.