Η επόμενη μέρα στη Μηλίνα Πηλίου και τις γύρω περιοχές δεν ξημέρωσε ποτέ. Οι άνθρωποι του χωριού περιβάλλονται από ένα βαθύ σκοτάδι το οποίο έχει απλωθεί στην ευρύτερη περιοχή, με τον ήλιο να αγνοείται. Η ατμόσφαιρα και το σκηνικό θυμίζουν το «Blade Runner». Εδώ όμως δεν μιλάμε για μυθοπλασία, αλλά για ωμό ρεαλισμό. Η ζωή δεν είναι σινεμά. Το ξημέρωμα της Πέμπτης έμοιαζε με το σίκουελ της καταστροφής και βρήκε τους κατοίκους έτοιμους μόνο σε θεωρητικό επίπεδο. Στην πράξη, οι αφημένες στην τύχη ζωές τους εξαρτώνται αποκλειστικά από τους ίδιους.
«Στις 12.30 το βράδυ χτύπησε το τηλέφωνό μου για να με ρωτήσουν αν βρίσκομαι στο σπίτι και με ενημέρωσαν ότι όσοι μένουν σε ισόγεια σπίτια θα πρέπει να μεταβούν σε άλλα με ψηλούς ορόφους. Μου είπαν “πάρε όποιον καταλαβαίνεις”, τους πήρα όλους όσους είχα στις επαφές μου. Eναν προς έναν. Oποιον δεν είχε κάπου να πάει, τον φωνάζαμε εδώ. Εκείνη την ώρα δεν είχε βροχή, αλλά ερχόταν μεγάλη κακοκαιρία. Κάποιες ώρες ρίχνει πάρα πολύ δυνατή βροχή, μετά σταματάει, μετά ξανά. Θεωρητικά αυτό θα κρατήσει μέχρι το απόγευμα, μετά ο καιρός δείχνει εντάξει, αλλά ακούμε ότι αυτή η κατάσταση με τις πλημμύρες θα γίνει συνήθεια, θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτά. Από εδώ και στο εξής θα ζούμε αυτή τη νέα κανονικότητα», μου εξηγεί στο τηλέφωνο η Eλλη, η οποία κατοικεί στη Μηλίνα, μαζί με τα δύο ανήλικα παιδιά της.
Πριν από μία εβδομάδα την επισκεφτήκαμε στο σπίτι της στη Μηλίνα και μας ρώτησε αν θέλουμε κάτι να πιούμε ή να φάμε. Μια γυναίκα που είχε χάσει σχεδόν τα πάντα πριν από 15 μέρες σκέφτηκε να προσφέρει κάτι σε εμάς τους τυχερούς, που ήρθαμε από μακριά, πολλά χιλιόμετρα μακριά από τις λάσπες. Και αυτό δείχνει πολλά για τον χαρακτήρα των ανθρώπων αυτών. Για την ανθρωπιά τους, για την ευγένειά τους, για την ιδιοσυγκρασία τους. Για τη μητέρα Ελλη που πριν από λίγες εβδομάδες γλίτωσε τα χειρότερα από τύχη. Τα λόγια μας στερεύουν όσο μας διηγείται την ιστορία της.
«Είδα το τέλος να έρχεται. Προσπαθούσα να ανεβάσω τα παιδιά στην ντουλάπα και ευτυχώς που δεν τα κατάφερα γιατί μετά από λίγο η ντουλάπα έφυγε. Η στάθμη ανέβαινε, πήρα τα παιδιά, έξι ο μικρός και εννιά ο μεγάλος. Δεν μπορούσα να κάνω πολλά, έπρεπε να πάμε κάπου ψηλά. Σκέφτηκα να τα ανεβάσω στο κιόσκι, αλλά δεν γινόταν. Μου λένε τα παιδιά, δεν θα το ξεχάσω, “μαμά θα ανέβεις και εσύ, έτσι;”. Σκεφτόμουν ότι ήθελα απλώς να σώσω τα παιδιά μου. Το κινητό μου είχε πέσει στα νερά και δεν μπορούσα να ειδοποιήσω κανέναν. Η στάθμη συνεχώς ανέβαινε και ζήτησα τη βοήθεια της Παναγίας. Χωρίς να υπάρχει προφανής λόγος βγαίνω στην αυλή και είδα ένα παιδί πιασμένο από τα κάγκελα. Βοηθήσαμε ο ένας τον άλλον, ήρθε μέσα, δώσαμε στίγμα και ήρθαν και μας βγάλανε», αναφέρει.
Οι κάτοικοι στη Μηλίνα καλούνται να διαχειριστούν μια πολύ δύσκολη κατάσταση με τον χρόνο να πιέζει, χωρίς καμία κρατική βοήθεια, σε ένα σκηνικό αποκάλυψης, σε μια εικόνα απόκοσμη, βγαλμένη από άλλη εποχή. Τα κλιμάκια που πέρασαν μετά το πρώτο χτύπημα έκριναν ότι τα σπίτια που «σώθηκαν» (δηλαδή δεν καταστράφηκαν) θεωρούνται κατοικήσιμα. Με πράσινο μαρκαδόρο ζωγραφίζουν μια γραμμή έξω από τα σπίτια, πολλές φορές ρίχνοντας απλώς μια κλεφτή ματιά στον χώρο, όπως μας εξηγούν οι άνθρωποι του χωριού. Οι πληγέντες δεν παραδόθηκαν μόνο στις λάσπες, αλλά και στην αδιαφορία του άσωτου επιτελικού κράτους. Οπως ανέφερε και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης άλλωστε πριν από λίγες μέρες στο Bloomberg, «η κλιματική αλλαγή είναι ευκαιρία για να επεκτείνουμε την τουριστική περίοδο».
Φεύγει ο κόσμος από τη Μηλίνα. Αδειάζει. Τα παράτησαν και φύγανε
«Εγώ ακόμη δεν έχω στρώματα, δεν έχω πράγματα, σε κούτες και σε τελάρα όλα. Και τώρα συμβαίνει ξανά αυτό. Τα παιδιά μου είναι στην Αργαλαστή. Παίρνω τη νηπιαγωγό του χωριού, μου λέει δεν έχει πού να πάει και της λέω “μάζεψέ τα και έλα εδώ”. Κάθε φορά θα τρέχουμε; Σκέψου ότι είναι φθινόπωρο τώρα, τον χειμώνα τι θα γίνει; Θα μαζεύω τα παιδιά και γεια σας; Θα πρέπει να καρφώσω τα έπιπλα; Με τις ηλεκτρικές συσκευές τι θα κάνω; Να πάρω τα παιδιά να πάω πού; Να πάρω 600 ευρώ και να δίνω τα 400 στο ενοίκιο; Τι θα φάμε, τι θα βάλω μέσα; Πώς θα ζήσουμε; Τι θα κάνουμε τρία άτομα; Αυτά είναι, δεν υπάρχει βοήθεια. Δεν ξέρω τι να κάνω, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Αν βρω δουλειά… Οταν είχα πρωτοπάει στον Βόλο, όταν είχαμε χωρίσει με τον άντρα μου, έκανα 3 δουλειές και δεν τα έβγαζα πέρα. Πέντε μήνες κάθε μέρα χωρίς ρεπό. Στη θέση μου τι θα έκανες; Θέλω να ακούσω και τη δική σου γνώμη. Τι θα έκανες αν είχες δύο παιδάκια που είναι πλήρως εξαρτημένα από σένα;» ρωτάει η Ελλη και ψάχνει απαντήσεις.
Στην ευρύτερη περιοχή επικρατεί μια συνθήκη εσωτερικής μετανάστευσης, μόνο για εκείνους που μπορούν να το υποστηρίξουν. Οικογένειες που βιαστικά και φευγαλέα παίρνουν μαζί τους ό,τι απέμεινε, αφήνοντας πίσω τούς κόπους μιας ζωής που χάθηκαν στις λάσπες. Τραύμα, ανησυχία, φόβος. Ανοιχτές πληγές που θα κάνουν καιρό να επουλωθούν.
«Χρειάζονται χρήματα. Κάθε μήνα ξέρεις ότι θα πρέπει να δίνεις, και να δίνεις… Μια οικογένεια έφυγε από τη Μηλίνα για τη Συκή. Μια άλλη φίλη μου με την οικογένειά της πήγε στην Αργαλαστή. Φεύγει ο κόσμος από τη Μηλίνα. Αδειάζει. Τα παράτησαν και φύγανε. Οσοι έχουν εναλλακτική και μπορούν να φύγουν, φεύγουν. Τα παιδιά μας κάθε φορά που ακούν βροχή παθαίνουν κρίση πανικού. Το κοριτσάκι μιας φίλης μου της έλεγε “μαμά, δεν θέλω να πνιγούμε, φοβάμαι”. Ακούμε ψιχάλες και λέμε δεν είναι δυνατόν, όχι πάλι! Βρισκόμαστε σε αδιέξοδο. Θέλει πολλή δουλειά. Δεν έχεις χρόνο να καθίσεις να κλάψεις. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Εσύ τι θα έκανες;» ξαναρωτάει η Ελλη κι ακολουθεί σιγή. Σιγή που κάνει θόρυβο.
