Ο Θεός πέθανε – λαμβάνοντας, όμως, υπόψη τις συνήθειες των ανθρώπων, μπορεί για χιλιάδες χρόνια να βλέπουμε τη σκιά του σε σπηλιές
Φρίντριχ Νίτσε
Τα λόγια του Νίτσε είναι προφανές πως υποσημειώνουν μια πραγματική εξέλιξη στην πορεία της ανθρώπινης σκέψης, τη μετατόπιση από τη θρησκεία, χωρίς αυτή να εκλείψει, φυσικά, προς τη φιλοσοφία. Οι «σπηλιές» παραπέμπουν, νομίζω, απευθείας στην Πλάτωνα.
Ο Αλτουσέρ θα σημειώσει επ’ αυτού πως αυτή η μετατόπιση ήταν αναγκαία από τη στιγμή που, εκεί και τότε, έγιναν τα πρώτα ουσιαστικά βήματα για την επιστημονική σκέψη, ξεκινώντας με τα Μαθηματικά. Ο κίνδυνος να πεθάνει πραγματικά ο Θεός έβαλε σε κίνηση μια μηχανή εκλέπτυνσης της σκέψης για την ύπαρξη και την υπερβατική οντότητά του. Αυτό ήταν –και αυτό, εν πολλοίς, παρέμεινε– η φιλοσοφία. Γι’ αυτό η πρώτη συγκροτημένη της μορφή υπήρξε ιδεαλιστική, γι’ αυτό η κυρίαρχη μορφή της είναι ακόμη ιδεαλιστική. Ο υλισμός είναι μια τάση στο εσωτερικό της, η οποία αντιβαίνει στον ιδεαλισμό, στον θεϊσμό, εν τέλει. Πρόκειται για τάση υποκείμενη στον άρχοντα ιδεαλισμό.
Στην πραγματικότητα, η ιδεαλιστική φιλοσοφία είναι ο ιδεολογικός καμβάς των ταξικών κοινωνιών. Αξιοποιώντας τον φόβο των ανθρώπων για όσα αισθάνονται πως δεν ελέγχουν ούτε κατ’ ελάχιστον, δημιουργεί μια εικόνα του κόσμου, που βοηθάει πολύ στη διατήρησή του. Οριζόμενη από τον Πλάτωνα ως μελέτη θανάτου, ως η δραστηριότητα που μας προετοιμάζει για τον θάνατο, εμάς, που, όπως θα τεθεί αργότερα, δεν είμαστε παρά είναι-προς-θάνατον, μας ξεκαθαρίζει πως μόνο αν υπάρχει –και υπάρχει– επέκεινα αποκτάει η ζωή μας νόημα.
Δεν πρόκειται, φυσικά, για συνωμοσία. Η ιδεολογία δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου συνωμοτικού σχεδίου, η ιδεολογία, από αυτήν την άποψη, για να θυμηθούμε μια άλλη διατύπωση του Αλτουσέρ, δεν έχει ιστορία. Είναι αιώνια και αξεπέραστη. Οπως το ασυνείδητο. Δεν θα απαλλαγούμε ποτέ από αυτό, αλλάζοντας, όμως, τον κόσμο μας, μπορούμε να του δώσουμε μια άλλη τροπή.
Εδώ είναι που η υλιστική φιλοσοφία μάς δίνει πραγματικές ικανότητες αντίστασης.
Και πώς το κάνει; Βάζοντας στην άκρη κάθε ερώτημα για την αρχή του κόσμου.
«Κάθε ερώτημα περί Απαρχής απορρίπτεται, το ίδιο και όλα τα μεγάλα ερωτήματα της φιλοσοφίας: “Γιατί υπάρχει κάτι αντί για τίποτα; Ποια είναι η Απαρχή του κόσμου; Ποιος είναι ο λόγος ύπαρξης του κόσμου; Ποια θέση καταλαμβάνει ο άνθρωπος στους τελικούς σκοπούς του κόσμου;”».
Αυτή είναι η καταστατική πράξη εμφάνισης του υλιστικού «υπόγειου ρεύματος» – απόρριψη κάθε ερωτήματος περί Απαρχής.
Ξεκινάμε πάντοτε με ένα es gibt, ένα υπάρχει, ένα έτσι είναι. Είμαστε ριγμένοι μέσα σε αυτόν τον κόσμο, αυτό το Είναι, που είναι ανοιχτό, ένα δώρο, που μας δόθηκε, για να το χαρούμε. Και δεν χρειάζεται «κανείς» να μας το δώσει. Μας δίνεται – χωρίς υποκείμενο.
Ο κόσμος, λοιπόν, είναι ενδεχομενικός και όχι «αναγκαίος». Μπορεί να φτιαχτεί – πράγμα, που δίνει εντελώς άλλο νόημα τόσο στην ηθική όσο και στην πολιτική. Το λέει ο Σπινόζα, το λέει κι ο Μακιαβέλι.
Υπάρχει, ωστόσο, μια ακριβής οντολογία στην αντιστασιακή αυτή φιλοσοφική πρακτική. Είναι αυτή, που θα μπορούσαμε να πούμε γραμμή του Δημόκριτου και του Επίκουρου – και αρκετών άλλων μετέπειτα.
Να πώς το θέτει, εξαρχής, ο Αλτουσέρ:
«Βρέχει.
Ας είναι αυτό το βιβλίο […] ένα βιβλίο για την απλή βροχή.
Απλή [και άλλη από αυτήν της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας], μια άλλη βροχή, [που] αφορά ένα βαθύ θέμα, [το οποίο] διατρέχει ολόκληρη την ιστορία της φιλοσοφίας, το οποίο πολεμήθηκε και απωθήθηκε ευθύς μόλις διατυπώθηκε: τη “βροχή” (Λουκρήτιος) των α-τόμων του Επίκουρου, που πέφτουν παράλληλα στο κενό, τη “βροχή” της παραλληλίας των άπειρων κατηγορημάτων του Σπινόζα […]».
Ο κόσμος είναι ο κόσμος αυτής της «άλλης βροχής». Τα ά-τομα πέφτουν στο κενό παράλληλα. Και εξακολουθούν πάντα να πέφτουν. Κάποια στιγμή, όμως, έτσι αστάθμητα, εμφανίζεται μια τόση δα –«όσο μικρότερη γίνεται»– παρέκκλιση, ένα κλίναμεν από την παραλληλία, που κάνει δυνατή τη συνάντηση, κι έτσι, από συνάντηση σε συνάντηση, και πάλι αστάθμητα κι ενδεχομενικά, κάποιες φορές τα ά-τομα «δένουν» και γεννούν έναν κόσμο, τον κόσμο. Αυτόν που μόνος υπάρχει και προέκυψε ενδεχομενικά, που θα μπορούσε να μην ήταν έτσι, αλλά αλλιώς. Ωστόσο, είναι έτσι, αποτελεί τετελεσμένο γεγονός και περιμένει να του δώσουμε το «νόημα», που από μόνος του δεν διαθέτει. Οι «νόμοι», η «ουσία», έρχονται μετά το αστάθμητο δέσιμο.
Καμιά Αρχή και καμιά Αναγκαιότητα δεν υφίσταται. Ολα είναι αστάθμητο, όλα είναι συνάντηση. Για να έρθουμε στα περισσότερο «εγκόσμια», το εθνικό κράτος προκύπτει όταν συναντηθεί η Αρετή του ηγεμόνα με την Τύχη, ο καπιταλισμός προκύπτει όταν συναντηθεί ο κάτοχος χρήματος («ο άνθρωπος των σκούδων») με τον εργάτη, «ελεύθερο» από κάθε περιουσία. Θα μπορούσε να μην προκύψει ποτέ, θα μπορούσε μια άλλη συνάντηση να δέσει. Η ιστορία είναι ανοιχτή, μπορούμε να επιδιώξουμε δεσίματα που δημιουργούν κόσμους «καλών παθών», χαράς (Σπινόζα).
Οι εκμεταλλευόμενοι χαρακτηρίζονται, έπειτα από τόσες ήττες, για τόσες χιλιετίες, από ηττοπάθεια. Το υλιστικό ρεύμα επιδιώκει να σπάσει αυτή την παράδοση, να φτιάξει σθένος, να νικήσει στην ταξική πάλη, που δίνεται στο έδαφος της φιλοσοφίας και με τη φιλοσοφία.
Το βιβλίο του Αλτουσέρ είναι καταπληκτικό. Πραγματικά συναρπαστικό, ένα «μυθιστόρημα» για τον κόσμο, το Είναι κι εμάς, ριγμένους εντός του, αλλά με τη δύναμη να φτιάξουμε καλά τη ζωή μας. Η προσθήκη δύο εξαιρετικών αυτόνομων δοκιμίων για τον Σπινόζα και τον Μακιαβέλι εμπλουτίζει ένα κείμενο ήδη πλήρες, αν και πολύ σύντομο, μόλις 55 σελίδες μικρού σχήματος. Είναι, παράδοξα για πολλούς, που θεωρούν –εσφαλμένα– τον Αλτουσέρ παραγωγό ασύλληπτης θεωρητικούρας, ένα πολύ ευχάριστο ανάγνωσμα.
Η μετάφραση του Μπέτζελου, για πολλοστή φορά, άψογη.
-980x552.jpg)