Στον καφενέ της Καισαριανής, λίγες μέρες πριν τις δημοτικές εκλογές.
«Σαν παραμύθι μοιάζει η ζωή!!! Με τη διαφορά ότι τα παραμύθια έχουν καλό τέλος… και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…»
«Ετσι είναι φίλε μου, σαν παραμύθι…». Ο μπαρμπα-Νίκος ταξίδεψε για λίγο πίσω, θες το τσίπουρο, θες η ατμόσφαιρα, τον πήγαν σε εκείνο το σιδερένιο τραπεζάκι καφενείου.
«Φίλε μου, η γειτονιά που μεγάλωσα είχε δικούς της κανόνες και άγραφους νόμους. Είχε τις δικές της ομορφιές. Στις αυλές των σπιτιών της, το αγιόκλημα και το γιασεμί μοσχομύριζαν, οι τριανταφυλλιές και οι πασχαλιές στόλιζαν τους κήπους μέσα στην καρδιά της άνοιξης. Τα σπίτια δεν έκλειναν ποτέ τις πόρτες και από μέσα έρχονταν οι μυρωδιές από το καθημερινό φαγητό της φαμίλιας, από το ζυμωτό ψωμί, τα κουλουράκια κανέλας, το μπριάμ της μάνας.
»Σε τέτοια γειτονιά μεγάλωσα με πρόσωπα χαμογελαστά, ανέμελα, παρά τον αγώνα της βιοπάλης. Στη γειτονιά με τα ελάχιστα υλικά αγαθά, αλλά με τα μεγάλα αποθέματα ψυχής. Στη γειτονιά αυτή έμαθα το φιλότιμο, τον αγώνα, την αξιοπρέπεια, την ντομπροσύνη, τη λεβεντιά. Δίπλα στις εικόνες αυτές παρατάσσονται και λέξεις… Λέξεις βαριές, όπως ελπίδα, διεκδίκηση, απειλή, αλληλεγγύη, αγώνας, αισιοδοξία, φιλία, που χαρακτηρίζουν το λεξιλόγιο των ανθρώπων της γειτονιάς μας.
»Η λέξη, όμως, που διατρέχει την ιστορία αυτής της γειτονιάς και παράγει πλήθος εικόνων είναι η λέξη “διωγμένος”. Διωγμένοι από τους Τούρκους, διωγμένοι από τους Παλαιοελλαδίτες, διωγμένοι από τον Μεταξά, από τους Γερμανούς, τους γερμανοτσολιάδες, τους παρακρατικούς, τους δεξιούς, τις δικτατορικές κυβερνήσεις… Ενας φαύλος κύκλος διώξεων. Κάπως έτσι είναι η γειτονιά που μεγάλωσα, φίλε μου».
Μπαρουτοκαπνισμένος και νέος ο μπαρμπα-Νίκος τότε προσπαθούσε να φτιάξει τη ζωή του. Απέναντί του πάντα τα φαντάσματα του παρελθόντος, οι αιώνιοι διώκτες του. Και εκείνος ανυποχώρητος, πάντα στις επάλξεις, πάντα στον αγώνα. «Θα πέσεις αρκετές φορές στη ζωή» έλεγε «αρκεί να μπορείς να σηκωθείς πάλι και πάλι και να συνεχίσεις.» Εχασε φίλους αγαπημένους, είδε δικούς του να εκτελούνται, αγωνιστές να λοιδορούνται και ένα κορίτσι σε εκείνο το συλλαλητήριο, εκείνον τον ματωμένο Δεκέμβρη του 1944, να πέφτει μπροστά στα πόδια του.
«Ναι, παραμύθι με πολλούς δράκους…». Αναψε ένα τσιγάρο και παρακολουθούσε τον καπνό, όπως κάποτε παρακολουθούσε τα φώτα της πόλης από έναν ξερόβραχο απέναντι, Μακρονήσι το λέγανε, και σκεφτόταν ότι οι άνθρωποι έχουν κανονική ζωή. Θα μιλούν κανονικά, θα κουβεντιάζουν κανονικά, θα ερωτεύονται και ίσως κανονίζουν συναντήσεις και εκδρομές. Συνηθισμένοι κανονικοί άνθρωποι σε μια συνηθισμένη κανονική πόλη. Και ανάμεσα σε αυτά η ανατριχιαστική φράση: «Καλά να πάθουν οι ξεροκέφαλοι, ήθελαν να μας κάνουν Βουλγαρία. Εξάλλου τι τους ζήτησαν, μια υπογραφούλα…». Μια υπογραφούλα για την κανονική ζωή!!!
Θυμάται το παραμύθι που του έλεγε η αγωνίστρια μητέρα του.
«Οταν το δάσος παίρνει φωτιά, σχεδόν όλα τα ζώα τρέχουν για να σωθούν. Ολα εκτός από ένα κολιμπρί, το οποίο κουβαλά μια σταγόνα νερό με το ράμφος του και πετάει προς τη φωτιά…
“Μα τι κάνεις; Είσαι τρελό; Δεν θα σβήσεις τη φωτιά με μια στάλα νερό”… του φωνάζουν τα ζώα.
“Το ξέρω”, απαντά το μικρόσωμο πουλί που συνεχίζει…
“Κάνω όμως αυτό που μου αναλογεί”».
*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας
