ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παύλος Μεθενίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Αν κάτι μπορεί σήμερα να αντισταθμίσει αυτό το σκοτεινό κλίμα, το οποίο λογικό είναι να επικρατεί στην ελληνική κοινωνία, λόγω των καταστροφικών πυρκαγιών, ειδικά στην περιοχή του Εβρου, αυτό μπορεί να είναι μόνο η πολύ καλή απόδοση της οικονομίας μας…» είχε δηλώσει προ ημερών στη Θεσσαλονίκη ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Επειδή ο πρωθυπουργός (οφείλει να) έχει επίγνωση των λόγων του, αυτή η δήλωση δεν μπορεί να θεωρηθεί προϊόν πνευματικής ακράτειας. Ομως, κάπως πρέπει να τη διαχειριστούμε, κάπως πρέπει να μεταβολίσουμε την αβυσσαλέα κυνικότητά της, τον ζόφο της: «Εντάξει», λέει, «μπορεί εκατομμύρια στρέμματα δάσους να έχουν γίνει στάχτη ψιλή, μπορεί δεκάδες άνθρωποι και χιλιάδες ζώα να έχουν βρει φριχτό θάνατο, μπορεί ο περιβαλλοντικός, κοινωνικός και οικονομικός ιστός των καμένων περιοχών να έχει διαρραγεί, αλλά για κοιτάξτε τους δείκτες της οικονομίας μας, που γ…. και δέρνουν!».

Στους οποίους δείκτες, προφανώς, δεν συνυπολογίζονται οι ανατιμήσεις σε τρόφιμα, καύσιμα και νοίκια, που έχουν φτάσει στον Θεό, συναντώντας εκεί πάνω την αιθάλη του Εβρου. Ισως αυτή η μαυρίλα να είναι το «σκοτεινό κλίμα» της δήλωσής του, αλλά στ’ αλήθεια μάς θεωρεί ο κ. Μητσοτάκης τόσο αδρανείς, ώστε να την αφήσουμε να περάσει στο ντούκου, χωρίς να ξεψαχνίσουμε αυτά τα επώδυνα και επονείδιστα λόγια, που ειπώθηκαν μετά λόγου γνώσεως;

Λοιπόν, κατόπιν ωρίμου σκέψεως κατέληξα πως η δήλωση του Κυρ. Μητσοτάκη δεν είναι ούτε κοροϊδία, ούτε ειρωνεία, ούτε καν χλεύη ή εμπαιγμός προς τους Ελληνες: είναι κάτι χειρότερο από όλα αυτά, είναι καθαρός σαρκασμός. Σαρκασμός, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, σημαίνει, κατά κυριολεξία, «ξέσχισμα», το σκίσιμο της σάρκας! Ο σαρκασμός είναι η χαιρέκακη ειρωνεία, ο δηκτικός εμπαιγμός. Η αρχική σημασία του «σαρκάζω» είναι «σχίζω σάρκες» – το Λεξικό λέει πως είναι ήδη αρχαία και η σημασία «δαγκώνω τα χείλη μου (από την οργή) και ως εκ τούτου «χλευάζω, ειρωνεύομαι»…

Το Λεξικό χωρίζει τις λέξεις που δηλώνουν κοροϊδία σε δύο ομάδες: σ’ αυτές που ενέχουν το γέλιο άμεσα ή έμμεσα, όπως κοροϊδία, ειρωνεία, σάτιρα, διακωμώδηση, γελοιοποίηση, περιγέλασμα και σκώμμα, και σ’ αυτές που δεν συνδέονται με την έννοια του γέλιου ή του γελοίου, που είναι ο χλευασμός, ο εμπαιγμός και βέβαια ο σαρκασμός. Χωρίς ποτέ να αυτοσαρκάζεται, που θα νομιμοποιούσε, κατά κάποιον τρόπο, τον σαρκασμό του προς τους άλλους, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μάς σαρκάζει. Βέβαια, κανείς δεν γελάει με ό,τι λέει – η δήλωσή του δεν είναι καν γελοία, ούτως ώστε να σκάσουμε ένα πικρό χαμόγελο: είναι απλώς άθλια, που λέει όμως πολλά για τα χείλη που την εκφέρουν.

Σύμφωνα με κοινή μελέτη των Πανεπιστημίων του Harvard και του Columbia (με τίτλο «Οργάνωση της συμπεριφοράς και των διαδικασιών ανθρώπινων αποφάσεων»), που τα αποτελέσματά της δημοσιεύτηκαν στο MedicalDaily.com., ο σαρκασμός χρησιμοποιείται για να καλύψει την ανασφάλεια, τον θυμό, την κοινωνική αμηχανία, τον φθόνο, την εχθρότητα ή την ανικανότητα που νιώθει αυτός που σαρκάζει να πει ευθέως αυτό που σκέφτεται…

Η μελέτη προτείνει, μεταξύ άλλων, να αγνοήσουμε τον σαρκαστή. Κάτι που δεν γίνεται όμως στην περίπτωσή μας, μια και ο χλευαστής, που προσπαθεί να κρύψει πίσω από το ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών τον καρβουνιασμένο ερημότοπο του Εβρου, είναι ο πρωθυπουργός της χώρας κι όχι ο πρώτος τυχών ευήθης που σου πιάνει κουβέντα σ’ ένα μπαρ.

♦ Σαρκάζω:
περι-παίζω, (επι)χλευάζω, λοιδορώ, μυκτηρίζω, κοροϊδεύω, παίρνω στο μεζέ/ψιλό, περιγελώ