Περισσότερα από 200 έργα περιλαμβάνει η νέα αναδρομική έκθεση για τον Νικολά ντε Σταλ (Nicolas de Staël 1914–1955) στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στο Παρίσι. Πενήντα από αυτά θεωρούνται εξαιρετικά σπάνια και κάποια από αυτά εκτίθενται δημόσια για πρώτη φορά.
Είκοσι χρόνια πριν, το Κέντρο Πομπιντού είχε διοργανώσει την τελευταία του αναδρομική έκθεση, όμως αυτή τη φορά οι επιμελητές φωτίζουν από μια άλλη ματιά το έργο του, αξιοποιώντας πρόσφατες θεματικές εκθέσεις, οι οποίες ανέδειξαν ορισμένες ελάχιστα γνωστές πτυχές του καλλιτέχνη.
Μπαίνοντας στην έκθεση, διαβάζουμε τα λόγια του Ντε Σταλ: «Η ζωή είναι τόσο θλιβερή χωρίς τη ζωγραφική. Οσο είμαι ακόμη ικανός, κάνω ό,τι μπορώ. Μπορώ να προχωρήσω μόνο από ατύχημα σε ατύχημα» και πληροφορούμαστε πως αυτοκτόνησε στα 41 του χρόνια, τον Μάρτιο του 1955 στη νότια Γαλλία. Στον χώρο επικρατεί μια ατμόσφαιρα σαν να βρεθήκαμε ξαφνικά σε κάποιο μνημόσυνο, σαν το θλιβερό γεγονός να πραγματοποιήθηκε πριν από λίγες ημέρες… Οι επισκέπτες μοιάζει να κοιτούν χαμηλότερα, γίνονται σκεπτικοί, σαν κάτι να επιβεβαιώνουν και οι ίδιοι.
.png)
Η έκθεση είναι στημένη χρονολογικά κι έτσι παρακολουθούμε διαδοχικά τις εξελίξεις της ζωής του, επισημαίνοντας πως ο Ντε Σταλ είναι από τους πιο μυστηριώδεις ζωγράφους του 20ού αιώνα. Η βιογραφία του δημιουργεί αυτομάτως έναν μύθο γύρω από αυτόν και τη ζωγραφική του. Παραστατική ζωγραφική με φόρμες ιδιόμορφα οριοθετημένες, σκούρα παλέτα που τη διακόπτουν αχτίδες φωτός με ίχνη γαλάζιων σύννεφων, ίσως ένας σύνδεσμος μεταξύ ουρανού και γης, όλα μαζί σε μια αναζήτηση προς τις πρώτες αφαιρετικές φόρμες. Είναι τα πρώτα έργα που μας υποδέχονται…
Ο Νικολά ντε Σταλ γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη, σε μια οικογένεια ανώτερων στρατιωτικών που ήταν πολύ κοντά στον τσάρο και αμέσως μετά την Επανάσταση των Μπολσεβίκων, το 1917, εξορίστηκαν οικογενειακώς. Μένει ορφανός το 1919 και μεγαλώνει με τους κηδεμόνες του στις Βρυξέλλες. Γνωρίζει τη φλαμανδική ζωγραφική και η τέχνη τον συνεπαίρνει. Το 1933 γράφεται στη Σχολή Καλών Τεχνών των Βρυξελλών. Αν και εκείνη την εποχή κυριαρχεί η αισθητική του κοινωνικού ρεαλισμού, ο Ντε Σταλ γοητεύεται από τον Σεζάν και τον Μπρακ. Μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ταξίδεψε στο Μαρόκο και στην Ιταλία, μέσω Παρισιού, όπου ήδη είχαν καταφύγει με τη σύντροφό του, την επίσης ζωγράφο Ζανίν Γκιγιού.
Οι καιροί ήταν δύσκολοι, με σκληρή δουλειά και εντάσεις και τον Ντε Σταλ να καταστρέφει συχνά έργα του, έχοντας αποκτήσει ήδη δύο παιδιά με τη γυναίκα του, η οποία έχει πλέον εύθραυστη υγεία. Μετά το 1940 το ζευγάρι ζει μόνιμα στη Νίκαια και συναναστρέφεται με καλλιτέχνες, όπως ο Ζαν Αρπ και οι Σόνια και Ρομπέρ Ντελονέ, ενώ ο ίδιος αρχίζει να ξεχωρίζει με την ιδιαίτερη γραφή του.
Το 1946, όταν η Ζανίν Γκιγιού αρρωσταίνει και πεθαίνει, ο ζωγράφος ξαναπαντρεύεται αμέσως τη Φρανουσάζ Σαπουτόν. Ξεπερνώντας το πένθος του, το μετουσιώνει σε μια νέα συζυγική ευτυχία κάνοντας ακόμη τρία παιδιά. Εργα της νέας περιόδου αποτελούνται από έναν συνδυασμό κόκκινων και μπλε-γκρι αποχρώσεων, όπως το «De la danse», που χαρακτηρίζεται από κινητικότητα και βάναυσες χειρονομίες.
Στη μέση της έκθεσης μεσολαβεί η προβολή ενός ντοκιμαντέρ για τον Ντε Σταλ, με τη φωνή μιας πολύ ηλικιωμένης γυναίκας, της μεγαλύτερης κόρης του όπως αποδεικνύεται, να αναλύει τον χαρακτήρα του και να μιλά για τα ταξίδια του.

Συνεχίζοντας, βλέπουμε τη γραφή του να γίνεται όλο και πιο πυκνή, συνοπτική, σαν μια διαδικασία πλασίματος σκοτεινής ύλης. Αλλοτε κυριαρχεί η σκούρα παλέτα με πολλούς τόνους του γκρι και άλλοτε η πιο ανοιχτή και φωτεινή που πραγματικά λούζεται στο χρώμα (πορτοκαλί, κίτρινο και ανοιχτό πράσινο). Κυριαρχούν επίσης οι φόρμες διαφορετικών γεωμετρικών σχημάτων που πολλές φορές θυμίζουν ψηφίδες, με εμφανή τα ίχνη σπάτουλας και απανωτές στρώσεις ύλης, ενώ κάπου διαφαίνεται ένα «γεγονός», αυτό το «κάτι» που μας κλείνει το μάτι. Για παράδειγμα, σε ένα έργο με αποχρώσεις του γκρι υπάρχει ένα μόνο σχήμα διαφορετικής χρωματικής γκάμας, ένα μικρό «φως» με ένα χρώμα εκτός της σκούρας παλέτας, όπως για παράδειγμα ένα κίτρινο ή ένα πορτοκαλί, το οποίο καταφέρνει να το συγχωνεύσει και να το ισορροπήσει επάνω στον καμβά. Αυτό είναι κάτι που παρατηρώ σε όλα του τα έργα. Την ίδια αντίθεση επιδιώκει και στα έργα τα οποία ξεχειλίζουν από θερμά χρώματα, κάνοντας ακριβώς το αντίστροφο, προσθέτει ένα και μοναδικό εντελώς σκούρο σχήμα, πετυχαίνοντας και εδώ την ισορροπία!
Ο Ντε Σταλ γοητεύεται από τα θεάματα του κόσμου ψάχνοντας τα φωτεινά τους σημεία, είτε αντικρίζει τη θάλασσα είτε ένα φρούτο τοποθετημένο σε ένα τραπέζι είτε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Εργάζεται σε πολλούς καμβάδες ταυτόχρονα με διαδοχικές υπερθέσεις και τροποποιήσεις. Του αρέσει η λογοτεχνία και η ποίηση. Εχει αποκτήσει έναν σπουδαίο θαυμαστή, τον Ζορζ Μπρακ, που λατρεύει τη ζωγραφική του και γίνεται ο επιστήθιος φίλος του. Το 1948 ο ζωγράφος πολιτογραφείται Γάλλος. Αρχίζει να μπαίνει σε αμερικανικές συλλογές, ενώ αρνείται οποιαδήποτε οδηγία και παραγγελία από μέντορες και γκαλερίστες. Εξαιρετικά παραγωγικός, ζωγραφίζει δεκαπέντε έργα από τη σειρά «ποδοσφαιριστές», συνδέει την παράσταση με μη παραστατικές ιδιότητες, προσπαθώντας να συλλάβει την κίνηση. Εγκατεστημένος σε ένα ηλιόλουστο μέρος, δίπλα στη θάλασσα, σαγηνευμένος από το χρώμα και το φως, ερωτευμένος με μια νέα γυναίκα, πέφτει παρ’ όλα αυτά σε κατάθλιψη και αυτοκτονεί το 1955 στην Αντίμπ. Αφησε πίσω του ένα σύνολο έργων αναγνωρισμένων σε όλο τον κόσμο.
*Εικαστικός-χαράκτης που ζει στο Παρίσι
♦ H έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 21 Ιανουαρίου 2024
