ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Πετρόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το νέο βιβλίο του Γιάννη Σιώτου έχει αντικείμενό του τη Μικρασιατική Καταστροφή και τις επιπτώσεις της τόσο στους ανθρώπους –στους πρόσφυγες δηλαδή– που την υπέστησαν όσο και στη χώρα που τους υποδέχτηκε. Αν και κυκλοφορεί ως μυθιστόρημα, στην πραγματικότητα είναι ιστορία –μια συγκλονιστική ιστορία– καθώς βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και στοιχεία τα οποία προέκυψαν μέσα από πολύχρονη έρευνα του συγγραφέα, ο οποίος δεν δίστασε να ψάξει σε βάθος μια πληγή που πονάει και συγκλονίζει ακόμα

 «Μάνα πατρίδα, κακιά μητριά». Αιχμηρός τίτλος. Γιατί τον επιλέξατε για το βιβλίο σας; Αφορά το τότε ή έχει διαχρονικότητα;

Η ιστορία του βιβλίου ξεκινά από την καταστροφή της Σμύρνης, τον Αύγουστο 1922, και καταλήγει τον Αύγουστο 1923 και εστιάζεται στη νέα πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί στη μητροπολιτική Ελλάδα. Εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες φτάνουν με καράβια στον Πειραιά και στα νησιά και πεζοπορώντας στη Θράκη και τη Μακεδονία. Οι περισσότεροι πρόσφυγες –γιατί υπάρχουν και κάποιοι που απλώς μετακόμισαν– έρχονται αντιμέτωποι με την απροκάλυπτη εκμετάλλευση και ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Αυτό όμως είναι ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα του τόπου μετά τη χρεωκοπία τη Μεγάλης Ιδέας.

Το βιβλίο αποπειράται να εντάξει το πρόβλημα των προσφύγων στα νέα δεδομένα που επικρατούν τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ευρύτερη περιοχή: την πολιτική κατάσταση, τις γεωπολιτικές αλλαγές, την εξάρτηση της χώρας από τις Μεγάλες Δυνάμεις, την οικονομική και κοινωνική οργάνωση που χαρακτηρίζεται από τη διαπλοκή και τη διαφθορά και την επιλογή της τότε κυβέρνησης να στηρίξει τους οικονομικούς ολιγάρχες σε βάρος των απλών ανθρώπων που σήκωναν το βάρος του πληθωρισμού, της ανεργίας, των πενιχρών εισοδημάτων και των ανύπαρκτων εργασιακών δικαιωμάτων. Τα ίδια προβλήματα δεν ταλαιπωρούν και σήμερα, μετά από έναν αιώνα, την ελληνική κοινωνία; Μπορεί στα χρόνια που πέρασαν να άλλαξε η μορφή τους, αλλά ο πυρήνας, οι απαντήσεις που δίνουν οι εξουσίες και οι επιπτώσεις τους, παραμένει αμετάβλητος. Εχετε αναρωτηθεί πόσοι αυτήν τη στιγμή που μιλάμε νιώθουν ότι παλεύουν με μια άπονη κακιά μητριά; Υπό το πρίσμα αυτό, ο τίτλος είναι διαχρονικός.

 Πιστεύετε δηλαδή ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται;

Σε καμία περίπτωση. Δεν είμαι ιστορικός για να μπορώ να τεκμηριώσω με επιστημονικά επιχειρήματα την άποψή μου, αλλά ως γραφιάς, που πέρασα σχεδόν τρία χρόνια προσπαθώντας να ανασύρω καταχωνιασμένα στοιχεία, διέκρινα την ίδια απληστία, την ίδια απανθρωπιά, την ίδια απελπισία, την ίδια μεροληψία. Ομως ψάχνοντας το χθες και συγκρίνοντας με το σήμερα, βρέθηκα αντιμέτωπος με «συμπτώσεις». Δεν αναφέρομαι στα αποτελέσματα της ανέχειας που διαχρονικά είναι επώδυνα, αλλά στις πολιτικές, οι οποίες τότε όπως και σήμερα όλως τυχαίως ευνοούν το 1%, εφησυχάζουν το 70% και εξαθλιώνουν το υπόλοιπο 29%.

Στο «Μάνα πατρίδα, κακιά μητριά» προσπάθησα να αναδείξω τις πολιτικές επιλογές που έκανε το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο εκείνης της εποχής ώστε ο αναγνώστης να κάνει τις συγκρίσεις με το σήμερα.

 Μπορείτε να αναφέρετε μερικές από αυτές τις «συμπτώσεις»;

Θα ξεκινήσω από την επικοινωνιακή διαχείριση. Τα πρωτοσέλιδα τις μέρες της καταστροφής είτε αγνοούσαν είτε υποβάθμιζαν το μέγεθος της συμφοράς. Για έναν ολόκληρο χρόνο τα ρεπορτάζ για το δράμα των προσφύγων βρισκόταν στις εσωτερικές σελίδες και για να αντιληφθεί κανείς την πραγματικότητα έπρεπε να ανατρέξει στα χρονογραφήματα και στις μικρές ειδήσεις των 50 λέξεων.

Μία άλλη «σύμπτωση» αφορά τη διαχείριση της κερδοσκοπίας. Λίγες εβδομάδες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ξεκίνησε η κερδοσκοπική λαίλαπα. Τραπεζίτες, χρηματιστές και μεγαλοεπιχειρηματίες επιτέθηκαν κατά της δραχμής και κατασκεύασαν μετοχές-φούσκες, προκαλώντας κερδοσκοπικές προσδοκίες που τις εκμεταλλεύτηκαν εισαγωγείς, χονδρέμποροι, εφοπλιστές, ξενοδόχοι αλλά και μικρέμποροι, για να ανεβάσουν δύο και τρεις φορές τις τιμές. Τρόφιμα, κάρβουνα, πετρέλαιο, εισιτήρια, ηλεκτρικό… Η τότε κυβέρνηση με το επιχείρημα ότι δεν «παρεμβαίνει στην αγορά» τους άφησε ανενόχλητους και όταν χρειαζόταν να ανοίξει τη βαλβίδα για να εκτονωθεί η λαϊκή οργή, έπιανε μικρέμπορους που και αυτούς σε μερικές ώρες τους άφηνε ελεύθερους.

Ξέρετε ποια ήταν η πρώτη σοβαρή οικονομική παρέμβαση που έκανε το 1923 η κυβέρνηση; Ενα ευρύ πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Νερά, ηλεκτρικό, φυσικοί πόροι, λιμάνια, σιδηρόδρομοι… Και μετά εμφανίστηκαν Αμερικανοί, Εγγλέζοι, Γάλλοι και Ελληνες επενδυτές-σωτήρες.

Αλλά η πιο σημαντική από όλες τις «συμπτώσεις», είναι το περίφημο Προσφυγικό Δάνειο που οργανώθηκε από την ΚτΕ και κατέλυσε την εθνική κυριαρχία, ενίσχυσε την εξάρτηση και παρέτεινε και επέκτεινε τον ασφυκτικό δημοσιονομικό έλεγχο που είχε επιβάλει ο ΔΟΕ. Διαβάζοντας το Πρωτόκολλο και την επικοινωνιακή διαχείριση, που προηγήθηκε και ακολούθησε, οι συγκρίσεις με τα τωρινά Μνημόνια είναι αναπόφευκτες. Αυτές και άλλες «συμπτώσεις» είναι υπερβολικά πολλές για να αντιμετωπίζονται ως τυχαίες.

 Διαβάζοντας το βιβλίο διαπίστωσα ότι αντιμετωπίζετε τη συνθήκη της Λωζάννης ως μία ευρύτερη γεωπολιτική διευθέτηση που ρυθμίζει, μεταξύ των άλλων, τα πετρέλαια και τις θαλάσσιες διαφορές.

Πιστεύω ότι η συγκεκριμένη συνθήκη, σε συνδυασμό με τη συμφωνία Σάικς–Πικό και τις διπλωματικές διεργασίες για το θέμα των Στενών, ήταν μια ευρύτερη διευθέτηση που περιλάμβανε: ευρύτερη χάραξη συνόρων, σφαίρες επιρροής, οθωμανικές παραχωρήσεις, οθωμανικό χρέος, πετρέλαια, υποδομές, θαλάσσιες διαδρομές από τα Στενά μέχρι το Σουδάν και άλλα. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι αντανακλά τη διανομή λαφύρων μεταξύ των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στην οποία οι ΗΠΑ, οι οποίες είχαν γίνει ο μεγαλύτερος πιστωτής της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, διεκδικούσαν τη μερίδα του λέοντος. Υπό το πρίσμα αυτό, η Ελλάδα και η Τουρκία ήταν πιόνια σε μία πολύ μεγαλύτερη γεωπολιτική σκακιέρα. Εχω την αίσθηση ότι οι εκβιασμοί και τα τελεσίγραφα, κυρίως της Γαλλίας και της Ιταλίας στα Μουδανιά, οι διαπραγματεύσεις με την ΚτΕ για το δάνειο και η βοήθεια των ΗΠΑ για την αντιμετώπιση των αναγκών των προσφύγων, είναι κρίκοι της αλυσίδας που καταλήγει στη Λωζάννη.

 Και πώς όλα αυτά συνδέονται με το ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες που καταλήγουν στην Ελλάδα αναζητώντας ασφάλεια;

Ολες οι κρίσεις, πολιτικές, οικονομικές, γεωπολιτικές, χαρακτηρίζονται από τις πιέσεις που ασκούνται σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής πυραμίδας. Για τους περισσότερους είναι εξουθενωτικές, αλλά για κάποιους, λίγους, είναι το μέσο για να αποκτήσουν ακόμα περισσότερό πλούτο και ισχύ. Οσο κατεβαίνει η πίεση προς τη βάση της πυραμίδας τόσο αυξάνεται η καταστρεπτική της δύναμη και η αναδιανεμητική διαδικασία αποκτά βίαια χαρακτηριστικά. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή οι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες βρέθηκαν στη βάση της πυραμίδας ακόμα χαμηλότερα και από τους φτωχότερους Ελληνες της μητροπολιτικής Ελλάδας. Κάνω διάκριση ανάμεσα σε εξαθλιωμένους και πλούσιους, διότι οι πρώτοι υπέστησαν όλες τις μορφές εκμετάλλευσης που μπορεί να επινοήσει ο ανθρώπινος νους, ενώ οι άλλοι επωφελήθηκαν από την κατάρρευση. Ο τόπος τις μέρες εκείνες και για πολλά χρόνια έζησε καταστάσεις ακραίας χυδαιότητας και αναλγησίας. Τη στιγμή που εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες ζούσαν σε προαύλια εκκλησιών, παραπήγματα, σκηνές, σχολεία και αποθήκες, μια χούφτα χρηματιστών, τραπεζιτών, βιομηχάνων και εφοπλιστών κερδοσκοπούσαν και επιχειρηματίες από τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη αγόραζαν ακίνητα και επιχειρήσεις στο κέντρο της Αθήνας.

Ολα αυτά που συμβαίνουν ταυτόχρονα με τη Δίκη των Εξι, τις διαπραγματεύσεις στη Λωζάννη, το παζάρι με το προσφυγικό δάνειο, συνθέτουν μια πραγματικότητα που έχει φτάσει μέχρι εμάς τόσο παραμορφωμένη και αλλοιωμένη ώστε να ενισχύει τους βολικούς μύθους που κατασκεύασαν οι εξουσίες.

 Στο βιβλίο σας περιγράφετε τη συστηματική σωματεμπορία, τους θανάτους από ασιτία, τα νοσοκομεία που πετούσαν έξω τους πρόσφυγες, την εγκατάλειψη βρεφών στις εισόδους πλουσιόσπιτων, τις καταχρηστικές συμπεριφορές των επικεφαλής των προσφυγικών καταυλισμών. Από όλα τα μαρτύρια που υπέστησαν οι πρόσφυγες, ποιο κατά τη γνώμη σας ήταν το πιο επικίνδυνο μακροπρόθεσμα;

Στις μεγάλες απεργίες τον Αύγουστο 1923 οι εφοπλιστές, οι βιομήχανοι και οι μεγαλοεπιχειρηματίες απάντησαν με την οργάνωση απεργοσπαστικών στρατιών, που με την ενθάρρυνση και την υποστήριξη της τότε κυβέρνησης προσπάθησαν να επανδρώσουν με πρόσφυγες. Προφανώς θεώρησαν ότι η πείνα, η εξαθλίωση και η απελπισία ήταν αξιοποιήσιμα συναισθήματα που θα έκαναν τους ανθρώπους αυτούς που τα είχαν χάσει όλα να στραφούν εναντίον των χιλιάδων απεργών.

Δυστυχώς δεν κατάφερα να εντοπίσω στοιχεία για τον αριθμό των προσφύγων που ανταποκρίθηκαν, αλλά από τις ενδείξεις που συγκέντρωσα οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι μάλλον ήταν αρκετοί. Ετσι, για να μη δώσουν αυξήσεις-ψίχουλα στους εργάτες που λιμοκτονούσαν και για να διαλύσουν τα εργατικά σωματεία σε αγαστή συνεργασία η οικονομική και η πολιτική εξουσία ενσταλάξαν το δηλητήριο του διχασμού, το οποίο φυσικά έφερε αργότερα τον εμφύλιο.

 Τι είχατε κατά νου όταν ξεκινήσατε να γράφετε το «Μάνα πατρίδα, κακιά μητριά» και, τώρα που ολοκληρώθηκε, πιστεύετε ότι το πετύχατε;

Πριν ξεκινήσω να γράφω είχα σοκαριστεί διαβάζοντας το Πρωτόκολλο του Προσφυγικού Δανείου και ένα ρεπορτάζ της εφημερίδας «Ελεύθερος Τύπος» για απαγωγές κοριτσιών, αρπαγές από εργολάβους των τιμαλφών που είχαν καταφέρει να διασώσουν οι πρόσφυγες και για την αβάστακτη πείνα στο Λοιμοκαθαρτήριο του Αγ. Γεωργίου. Ξέρετε, όταν εντυπωσιάζεσαι από μία πληροφορία, προσπαθείς να τη διασταυρώσεις. Ηταν σχεδόν αδύνατον να βρω στοιχεία για τη ζωή των προσφύγων στο νησάκι του Αγ. Γεωργίου, αλλά για το προσφυγικό δάνειο σε αυτά τα 100 χρόνια είχαν γραφτεί πολλά και από πολλούς, στην πλειονότητά τους εγκωμιαστικά.

Στα περισσότερα κείμενα που διάβασα δεν γινόταν η παραμικρή νύξη για τον πραγματικό χαρακτήρα του δανείου, ούτε για τη διαφθορά και τη διαπλοκή που ακολούθησε με τα σκάνδαλα που αφορούσαν τις προμήθειες της αρμόδιας επιτροπής, τα οποία απασχόλησαν τη Βουλή τον Σεπτέμβριο του 1925. Για τους περισσότερους γραφιάδες το δάνειο ήταν δώρο Θεού, με το οποίο έγινε εφικτή η αποκατάσταση των προσφύγων. Καμία αναφορά στις παρεμβάσεις στα εσωτερικά του τόπου από την Τράπεζα της Αγγλίας, στις δηλώσεις του Χένρι Μόργκενταου, πρόεδρου της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων το 1923, στους εκβιασμούς του Κάμπελ που τον διαδέχτηκε, στην παρέμβαση Αργυρόπουλου, το 1924, για τις δεσμεύσεις που αφορούσαν τη λήψη νέων δανείων… Τότε συνειδητοποίησα ότι η Ιστορία που ήξερα ήταν μία εκδοχή της πραγματικότητας, που εξυπηρετούσε συγκεκριμένες ανάγκες.

Στην έρευνα που ακολούθησε και κράτησε πάνω από τρία χρόνια, η υποψία μετατράπηκε σε βεβαιότητα και γι’ αυτό προσπάθησα να παραθέσω τα στοιχεία χωρίς φτιασίδια. Και επειδή δεν είμαι ιστορικός, επέλεξα τη μυθοπλασία, για να περιγράψω τα ευρήματα της έρευνας, χρησιμοποιώντας όμως τα ημερολόγια με τα οποία μετέφερα αυτούσια και σε καθημερινή βάση επιλεγμένα γεγονότα που έκρινα ότι θα βοηθούσαν τον αναγνώστη να μεταφερθεί στο κλίμα της εποχής. Ειλικρινά πιστεύω ότι είμαι ο πιο ακατάλληλος να κρίνω το αποτέλεσμα, αλλά για αυτό που είμαι σίγουρος είναι ότι προσπάθησα να αντιμετωπίσω την περίοδο που εξετάζεται στο βιβλίο χωρίς κανενός είδους προκαταλήψεις.

 Τελικά ένα βιβλίο μπορεί να αλλάξει τη ζωή του ανθρώπου;

Υπάρχουν βιβλία που έχουν αλλάξει τον ρου της ανθρωπότητας και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κρίνουν και αποτιμούν τη ζωή. Εγώ τα χαρακτηρίζω «μεγάλα» βιβλία, διότι ανεξάρτητα από το αν συμφωνείς ή διαφωνείς με το περιεχόμενό τους, τα προβλήματα που θίγουν βρίσκονται συνεχώς μπροστά σου και καταφεύγεις σε αυτά για να τα κατανοήσεις και να βρεις απαντήσεις. Αυτό είναι μια πραγματικότητα, την οποία δυστυχώς οι παλιότεροι την ξεχνάμε και πολλοί από τους πιο νέους –πολύ φοβάμαι ότι– την αγνοούν, με αποτέλεσμα ο κόσμος κάθε χρόνο που περνά να γίνεται όλο και περισσότερο απλοϊκός και δογματικός. Και είμαι σίγουρος ότι μπροστά στο δυστοπικό αύριο που πλέον φαίνεται ολοκάθαρα στον ορίζοντα, αν δεν επιστρέψουμε σε αυτά τα κείμενα, ανεξάρτητα από το αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε, τότε οδηγούμαστε στις πιο ακραίες μορφές αυταρχισμού.