«Μελέτησε το παρελθόν, αν θες να ορίσεις το μέλλον», λέει ένας σοφός.
Οσο κι αν νιώθουμε, τα τελευταία χρόνια, ότι κάθε μέρα ή καιγόμαστε ή πνιγόμαστε, αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Να θυμίζουμε και να ξαναθυμίζουμε, στις γενιές που έρχονται, κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, τον Σεπτέμβρη του 1944. Από την Ανάσα της Απελευθέρωσης στον Αναστεναγμό του Εμφύλιου… Ενα ακόμη πολυσήμαντο υλικό, για να χτίσουν το μέλλον τους.
Στις 4 Σεπτέμβρη του 1944, ξεκίνησε η αποχώρηση των ναζιστικών στρατευμάτων από τη μικρή μας πατρίδα, τη Μεσσήνη, και τέλειωσε στα σύνορα. Μια ημερομηνία που σημάδεψε για πάντα τη ζωή ολόκληρης της γενιάς της δεκαετίας του 1940-1950. Η σκοτεινότερη δεκαετία στην ιστορία του τόπου μας. Από τον ενθουσιασμό στην απελπισία. Πόλεμος, κατοχή, Αντίσταση, Απελευθέρωση, Συμφωνία της Βάρκιζας, λευκή τρομοκρατία, εμφύλιος. Πέρασαν 80 χρόνια και δεν σβήνει από τη μνήμη μας.
4 Σεπτέμβρη 1944, πρωί πρωί, όλοι κλεισμένοι στα σπίτια μας. Η Νομαρχιακή του ΕΑΜ μάς είχε ειδοποιήσει ότι φεύγουν οι Γερμανοί. Ακούγαμε τις μηχανές τους να οργώνουν τον δρόμο προς τον Πάμισο. Και ξαφνικά μια τεράστια έκρηξη. Ολη η γέφυρα του ποταμιού μας γκρεμίστηκε συθέμελα. Βγήκαμε όλοι από τα σπίτια μας στη μεγάλη πλατεία. Να κλαίμε για τη γέφυρα και να χορεύουμε και να τραγουδάμε για τη λευτεριά μας.
Ακόμα έχω στ’ αυτιά μου κάποιους στίχους του Νίκου Καββαδία, από το τραγούδι του Επονίτη. Το αφιερώνω στους Επονίτες και τα Αετόπουλα της γενιάς μου που δεν ζούνε πια.
«Επέταξα τη σάκα μου και τρέχω με τουφέκια μικρούλης φαίνομαι αδερφέ, το μάτι δεν με πιάνει / Στη μάχη όμως κουβάλησα χιλιάδες τα φουσέκια κι ακόμα μ’ είδαν Γερμανούς να στρώνω στο ρουμάνι».
Από δω και πέρα δεν μπορώ πια να ξεκαθαρίσω στο μυαλό μου τίποτε άλλο παρά τις πρώτες μέρες που ξεχυθήκαμε στους δρόμους, ουρλιάζοντας και τραγουδώντας σαν παλαβοί, ελεύθεροι και αισιόδοξοι για μια ελεύθερη και καλύτερη πατρίδα.
Ηταν τόσο πολλές οι εικόνες και τα τρομερά γεγονότα που ακολούθησαν που, όσο κι αν προσπαθώ να βάλω μια τάξη, δεν μπορώ. Ισως γιατί τις πρώτες ευτυχισμένες μέρες τις διαδέχτηκαν οι επόμενοι μαύροι μήνες του πρώτου μικρού εμφύλιου.
Ομως ποτέ δεν θα ξεχάσω πόσα πράγματα έγιναν μέσα στους πρώτους δυο τρεις μήνες από τη μέρα που έφυγαν οι Γερμανοί. Τα σχολεία ξανάνοιξαν και τα Λαϊκά Συμβούλια Αυτοδιοίκησης άρχισαν να λύνουν το ένα μετά το άλλο τα προβλήματα του κόσμου. Διευθετήθηκαν τα κοινοτικά νερά, οι βοσκές, άνοιξαν δρόμοι προς τα χτήματά τους και προς τα γειτονικά χωριά, έχτισαν τα γκρεμισμένα γεφύρια, καταπιάστηκαν να οικοδομήσουν τα καμένα από τους Γερμανούς και τους προδότες σπίτια, σχολεία, εκκλησίες.
Οι επιτροπές υγείας εξασφάλισαν γιατρούς, μοίρασαν τα λίγα φάρμακα που πήραν από τον Ερυθρό Σταυρό, φρόντισαν για την καθαριότητα των χωριών. Οι Επιτροπές Λαϊκής Ασφαλείας έβαλαν τάξη. Αρχισαν να γίνονται λαϊκά δικαστήρια, με καθηγητές και αγρότες στην έδρα.
Μέχρι και… Βουλή έφτιαξε ο μπαρμπα-Στάθης ο Καναβός. Μάζευε κάθε Κυριακή απόγευμα αντιπροσώπους από την επαρχία και όλοι μαζί, γύρω από το μεγάλο Ρολόι μας, συζητάγανε και αποφασίζανε για όλα τα προβλήματα.
Μέχρι που ήρθε η μαύρη Συμφωνία της Βάρκιζας, τον Μάρτη του 1945. Και όλα γύρισαν ανάποδα. Και κύλησε πια η ζωή μας, κλεισμένοι άλλοι μέσα στα σπίτια τους κι εμείς (οι «εχθροί του έθνους») κλεισμένοι στις φυλακές του Ζέρβα, στην Καλαμάτα. Ωσπου η κυβέρνηση Σοφούλη, με νόμο, έβγαλε έξω όλα τα παιδιά κάτω των 18 ετών. Αυτές οι λίγες μέρες που έμεινα εκεί σημάδεψαν για πάντα τη ζωή μου.
Η πρότασή μας, να γιορτάζεται κάθε χρόνο ο Σεπτέμβρης του 1944, αυτός ο μήνας της Απελευθέρωσης, τιμώντας όλους τους νεκρούς μας, δεν πραγματοποιήθηκε ΠΟΤΕ. Αν γινόταν, θα ήταν και το τέλος της Εμφύλιας Μνήμης.
Το κάνουμε εμείς σήμερα. Αναφέροντας τα λίγα ονόματα που ξέρουμε, ώσπου να συγκεντρωθούν σε ένα Εθνικό Αρχείο τα ονόματα όλων των νεκρών που έγραψαν με το αίμα τους ένα μεγάλο κεφάλαιο της Νεοελληνικής Ιστορίας μας.
Στη μνήμη του Κώστα Ξυδέα, του Νικήτα Σούμπλη, του Αντώνη Δημόπουλου, του Γιώργη Ζερμπίνου, της Ελένης Πιερράκου, του Τάκη Μουντζουρέα, του Κώστα Μπασακίδη, του Κώστα Κανελλόπουλου, του Μήτσου Κανελλόπουλου, του Γιάννη Δρυνέα, του Θόδωρου Κορμά, του Τάκη Αλεβιζάτου, του Μήτσου Οικονομόπουλου, του Πούλου Πουλόπουλου, του Τάκη Κουλαμπά, του Νίκου Μητρόπουλου, του Κώστα Σταθόπουλου, του Κλέαρχου Συρράκου, του Χρίστου Αντωνόπουλου, του Κώστα Νέζη, του Αντώνη Νέζη, του Βασίλη Μπράβου, του Νίκου Ανδριανόπουλου, του Παναγιώτη Κατσώλη, του Παναγιώτη Μπάρτζιου, του γιατρού Ματζή, του Μήτσου Κούκλινου, του Θόδωρου Μπουμπού, του Κούτρη, του Παναγιωτακάκη και των άλλων δεκάδων, αθάνατων, νεκρών μας.
Θα τους συνοδεύει πάντα το τραγούδι του Επονίτη:
«Σε μια γωνιά με θάψανε χωρίς ανθούς, μα πάντα,
σα ρόδο θα μοσκοβολάει ο τάφος του Επονίτη…»
