Εχει πλέον καταντήσει τετριμμένη η εισαγωγική φράση «ενεοί παρακολουθούμε τις τάδε ή τις δείνα εξελίξεις» για θέματα που κατά καιρούς καλείται να χειριστεί αυτή η κυβέρνηση. Για περιπτώσεις που φαινομενικά είναι ασύνδετες, αλλά επί της ουσίας ο πυρήνας τους είναι κοινός. Πρόκειται για καταστάσεις περιορισμένης κλίμακας αλλά εκτάκτου ανάγκης που σχεδόν πάντα εξελίσσονται σε τραγωδίες. Τραγωδίες που αποτιμώνται είτε σε απώλειες ανθρώπινων ζωών είτε σε απώλεια φυσικού περιβάλλοντος.
Ας πάρουμε δύο ενδεικτικά παραδείγματα για καθεμία από τις παραπάνω περιπτώσεις, την πανδημία του κορονοϊού και τις δασικές πυρκαγιές.
Στην περίπτωση της πανδημίας, η Ελλάδα κατέληξε να βρίσκεται στην κορυφή της λίστας στην Ε.Ε. ως προς τον αριθμό θανάτων ανά εκατομμύριο κατοίκων, με τον συνολικό αριθμό να υπερβαίνει τους 37.000 νεκρούς μέχρι σήμερα. Με εξαίρεση την εκκίνηση της πανδημίας όπου οι πολίτες -και μόνον αυτοί- επέδειξαν υποδειγματική πειθαρχία και συνεργασιμότητα (παρά το ξυλοφόρτωμα που υπέστησαν κάποιες κοινωνικές ομάδες), η συνέχεια ήταν η χειρότερη δυνατή.
Στην περίπτωση των πυρκαγιών η εικόνα δεν διαφοροποιείται και πολύ. Οι καμένες εκτάσεις του Ιουλίου 2023 είναι τριπλάσιες από αυτές του Ιουλίου του 2022 και τετραπλάσιες από αυτές του Ιουλίου του 2021. Μέχρι σήμερα μόνο για το 2023 έχουμε απολέσει πάνω από 500.000 στρέμματα, χωρίς να προσμετρώνται οι καμένες εκτάσεις από τις εν εξελίξει πυρκαγιές στη Θράκη και στην Αττική (οι οποίες θα ξεπεράσουν κατά πολύ τα 200.000 στρέμματα).
Ποιος είναι όμως ο κοινός παρονομαστής που σχεδόν νομοτελειακά τα τελευταία χρόνια οι καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης καταλήγουν σε τραγωδία; Η απάντηση μπορεί εύκολα να δοθεί από τα «μυρμήγκια» του κρατικού μηχανισμού για την εκάστοτε περίπτωση. Γιατροί, νοσηλευτές, πυροσβέστες, υπάλληλοι Δασαρχείων -και πάει λέγοντας- οι οποίοι είναι στα όρια εργασιακής εξάντλησης κινδυνεύοντας από το λεγόμενο σύνδρομο «Burn Out». Αν κάποιος θέλει να εμβαθύνει στα σχετικά στοιχεία, θα διαπιστώσει πολύ εύκολα ότι οι πόροι για υλικοτεχνική υποδομή, για συντήρηση των υπαρχουσών υποδομών, για στελέχωση υπηρεσιών και οργανισμών μειώνονται κατακόρυφα και συνεχώς.
Και βέβαια η κάλυψη των θεμάτων από τα ΜΜΕ να ακολουθεί επανειλημμένα το ίδιο μοτίβο που έχει αρχίσει πλέον και γίνεται ανυπόφορο. Στα τηλεοπτικά πάνελ φιλοξενούνται σχεδόν αποκλειστικά γαλάζιοι αυτοδιοικητικοί, γαλάζιοι βουλευτές, γαλάζιοι επικεφαλής «φορέων», που αποδίδουν τα αίτια κάθε φορά σε κάτι όλο και πιο ευφάνταστο. Τη μια οι κλιματικές και γεωγραφικές συνθήκες, την άλλη πράκτορες ή πρόσφυγες, οι αρνητές εμβολίων, οι νεολαίοι στα πάρκα και η λίστα δεν έχει τελειωμό.
Η ιδεοληψία του νεοφιλελευθερισμού για όλο και λιγότερο κράτος αποδεικνύεται εμπειρικά πλέον ως άκρως επικίνδυνη για την κοινωνία μας. Για τους ανθρώπους της και το φυσικό περιβάλλον που ζούμε.
Δεν είναι μόνο τα παραπάνω ενδεικτικά παραδείγματα. Η συγκεκριμένη κυβέρνηση έχει επιδείξει και επιδεικνύει πάθος για όλο και λιγότερο κράτος οριζόντια και χωρίς περιορισμούς, ανεξάρτητα από τις συνθήκες. Λιγότερο κράτος στην κοινωνική ασφάλιση, λιγότερο κράτος στην εκπαίδευση, λιγότερο κράτος στην Υγεία, λιγότερο κράτος στον πολιτισμό, λιγότερο κράτος στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και ούτω καθεξής.
Αυτό βέβαια σημαίνει ένα και μόνο πράγμα. Ανυπεράσπιστοι πολίτες απέναντι στα πιο κρίσιμα θέματα που αφορούν τη ζωή μας, όπως η εργασία, η υγειονομική περίθαλψη, οι σπουδές των νέων, η πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη, η εξασφάλιση των δημόσιων αγαθών και πόρων.
Ως πότε λοιπόν ακόμα λιγότερο κράτος;
*Αναπληρωτής καθηγητής ΕΜΠ
