Πέθανε στις 15 Σεπτεμβρίου σε ηλικία 91 ετών ο Κολομβιανός ζωγράφος και γλύπτης Φερνάντο Μποτέρο, ένας από τους σημαντικότερους Νοτιοαμερικανούς καλλιτέχνες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Κόμικς μπορεί να μη δημιούργησε ποτέ στην τεράστια καριέρα του, αλλά η αισθητική και το πνεύμα των περισσότερων έργων του παραπέμπει ξεκάθαρα σε εικόνες και τεχνικές της ένατης τέχνης. Ισως να συνέβαλε σε αυτό το ότι στα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του εργάστηκε ως εικονογράφος σε εφημερίδες της χώρας του, έχοντας προηγουμένως εγκαταλείψει την εκπαίδευσή του σε σχολή ταυρομαχίας. Από νεαρή ηλικία, όμως, διαμόρφωσε ένα δικό του, εντελώς ιδιαίτερο, δημιουργικό στιλ το οποίο ακολούθησε μέχρι τέλους.
Εμεινε πιστός στην αναπαραστατική τέχνη, σε ηθογραφίες, τοπιογραφίες, νεκρές φύσεις, πορτρέτα και θέματα παρμένα από την καθημερινή ζωή και τις παραδόσεις της χώρας του, αλλά πάντα παραμορφώνοντας τις φιγούρες των ανθρώπων στα όρια της καρικατούρας τόσο στα ζωγραφικά έργα του όσο και στα γλυπτά του. Φιλοτέχνησε σπουδές εν είδει παρωδίας πάνω σε έργα και θέματα μεγάλων δασκάλων του παρελθόντος όπως ο Πιέρο ντέλα Φραντσέσκα, ο Βαν Γκογκ, ο Πικάσο, απέτισε φόρο τιμής σε άλλους όπως ο Τζιακομέτι και ο Ενγκρ φτιάχνοντας τα πορτρέτα τους αλλά πάντα με μια, τουλάχιστον φαινομενικά, χιουμοριστική οπτική λόγω της πάχυνσης και της πλάτυνσης των μορφών. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, όμως, αυτό το υποδόριο χιούμορ άρχισε να ατονεί, δίνοντας τη θέση του σε πιο σκληρά έργα με τραγικό περιεχόμενο, επηρεασμένα από τον κύκλο της πολιτικής και κοινωνικής βίας στη γενέτειρά του, το Μεντεγίν, και στη Λατινική Αμερική γενικότερα.
Αποκορύφωμα αυτής της στροφής στη σκληρότητα ήταν η σειρά 85 πινάκων και 100 σχεδίων του Μποτέρο με θέμα τα βασανιστήρια των Ιρακινών κρατουμένων από Αμερικανούς στρατιώτες στις φυλακές υψίστης ασφαλείας του Αμπου Γκράιμπ το 2004. Οταν οι φωτογραφίες της κτηνωδίας των Αμερικανών έκαναν τον γύρο του κόσμου αποκαλύπτοντας το μέγεθος της φρίκης, ο Μποτέρο ξεκίνησε τη ζωγραφική απόδοση των βασανιστηρίων και καταπιάστηκε με αυτήν για σχεδόν ενάμιση χρόνο. Τα έργα αυτά αρνήθηκε να τα πουλήσει και τα δώρισε όλα σε μουσεία για να παραμείνουν για πάντα σε κοινή θέα. Και να θυμίζουν τις συνέπειες μιας ακόμη αμερικανικής εισβολής σε ξένο κράτος.
