ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το σενάριο ήταν του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Σύγχρονη υπαρξιακή τραγωδία, εξαιρετικά δηκτική όσο και υπαινικτική για την αλήθεια της εποχής που αναφέρεται (δεκαετία του ‘50) αλλά και για διαχρονικά εγγεγραμμένες αλήθειες για την Ελλάδα. Ισχυαν και ισχύουν δίχως να χρειάζεται να πειράξουμε ούτε ένα «κόμμα», έως και σήμερα.

Στην ταινία «Ο Δράκος», σε σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου, ένας ασήμαντος υπάλληλος (Ντίνος Ηλιόπουλος), ένας όχι απλά μικροαστός αλλά πραγματικά αθέατος μέσα στην κοινωνία, συνειδητοποιεί πως μοιάζει πολύ με την εικόνα ενός διαβόητου κακοποιού που είναι πρωτοσέλιδο σε όλες τις εφημερίδες της εποχής (όλες ήταν σε τεράστιο μέγεθος τότε) και κατά σύμπτωση, «αναγνωρίζεται» ως ο «Δράκος» από τον υπόκοσμο της νύχτας. Από ανθρώπους δηλαδή που δεν μπόρεσαν να είναι ούτε καν μεροκαματιάρηδες – ήταν φτωχοδιάβολοι και προσπαθούσαν να βρουν έναν τρόπο να ζήσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους. Πάνω του κρεμάστηκαν για «το μεγάλο κόλπο».

Ο Ηλιόπουλος το αποδέχεται. Γίνεται «ο Δράκος». Σε μια ερμηνεία που θα μείνει στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, με μια σκηνοθεσία που επίσης θα μείνει στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Μόνο την περίφημη σκηνή με το ζεϊμπέκικο του Ηλιόπουλου να δει κανείς (που ήταν δεινός χορευτής, αλλά έκανε πως δεν ήξερε καθόλου να χορεύει και γέμισε τον χώρο) και τον Κούνδουρο να παρουσιάζει πίνακα ζωγραφικής, απόλυτο δείγμα υψηλής αισθητικής, φωτισμού και κινηματογράφησης, μόνο αυτή να δει κάποιος καταλαβαίνει όλη την ταινία. Μαζί και όλη την αλήθεια μας…

Θέλει κότσια να μπεις σε έναν ρόλο; Να γίνεις κάποιος που δεν είσαι, αλλά νομίζουν πως είσαι; Να αποδεχθείς μια ταυτότητα που δεν έχεις, όχι μόνο επειδή οι άλλοι σ’ τη δίνουν αλλά και επειδή εσύ την έχεις ανάγκη για να είσαι «κάποιος» (όπως λέει ο Ηλιόπουλος στην υπέροχη Μαργαρίτα Παπαγεωργίου που παίζει εκπληκτικά τη νεαρή κοπέλα που τον ερωτεύεται)… Τελικά είμαστε; Γινόμαστε; Ή μας κατασκευάζουν;

Η Μαίρη Σέλεϊ δεν ήταν ούτε 19 ετών όταν έγραψε το εμβληματικό έργο «Φρανκενστάιν ή Ο σύγχρονος Προμηθέας». Ενα βράδυ (1816), ενώ φιλοξενούνταν με τον σύζυγό της, ρομαντικό ποιητή Πέρσι Σέλεϊ, στο σπίτι του άλλου σπουδαίου ρομαντικού ποιητή λόρδου Μπάιρον στη Γενεύη, τους έπιασε κακοκαιρία μεγάλη. Για να περάσουν τη νύχτα τους, αποφάσισαν να αρχίσουν να γράφουν και να παρουσιάζουν ο ένας στον άλλον τι γράφουν. Κάπως έτσι «γεννήθηκε» ίσως το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που ανήκει σε αυτό που σήμερα λέμε «μεταπρωτοπορία» και καταδεικνύει -μια γυναίκα το έκανε αυτό- όχι μόνο τη νέα εποχή όπου η τεχνολογία θα δρα «θεϊκά» πάνω στον άνθρωπο, αλλά και τη μεταστοιχείωση (το «αλλοτρίωση» είναι λίγη λέξη) του ίδιου του ανθρώπου μέσα και από αυτήν. Αυτό, λοιπόν, το έκανε μια 19χρονη, αρχές του 19ου αιώνα, η οποία βέβαια είχε μεγαλώσει από έναν διανοούμενο πατέρα (Ουίλιαμ Γκόντγουιν) και μια μητέρα από τις πρώτες φεμινίστριες συγγραφείς (αν και πέθανε πολύ νωρίς, η Μαίρη επηρεάστηκε βαθιά από το έργο της), τη Μαίρη Ουόλστονκραφτ.

Στην ταινία «Poor things» σε σκηνοθεσία Γιώργου Λάνθιμου, που έλαβε τον Χρυσό Λέοντα πριν από λίγες ημέρες στις Κάνες, τα ονόματα των ηρώων είναι εμπνευσμένα από την πραγματική ζωή της Μαίρη Σέλεϊ: Γκόντγουιν Μπάξτερ ονομάζεται ο τερατόμορφος γιατρός που δημιουργεί την Μπέλα Μπάξτερ. Γκόντγουιν ήταν το επώνυμο του πατέρα της Σέλεϊ και Μπάξτερ ήταν η οικογένεια που την έστειλε ο πατέρας της να ζήσει στη Σκοτία για λίγο και εκεί ερωτεύτηκε και τον μετέπειτα σύζυγό της. Η ταινία του Λάνθιμου είναι βασισμένη στο βιβλίο του Αλισντερ Γκρέι, το οποίο όμως είναι βασισμένο στον «Φρανκενστάιν» της Σέλεϊ, με τη διαφορά πως πλέον το ανθρωπόμορφο «τέρας», το κατασκευασμένο στο μυαλό και το εργαστήριο ενός αρρωστημένου επιστήμονα, είναι γυναίκα και όχι άνδρας. Ευρηματικό!

Δυστυχώς για άλλη μία φορά στην όντως επιτυχημένη καριέρα του, ο Γιώργος Λάνθιμος δεν ανέφερε αυτό που λέμε δημοσιογραφικά και ακαδημαϊκά «τις πηγές του». Ποτέ δεν παραδέχθηκε πως ο «Κυνόδοντας» ήταν μια ταινία copy-paste παλαιότερης, ούτε τώρα (πιο ώριμος πλέον και πιο έτοιμος ίσως ως σκηνοθέτης) ευχαρίστησε ως περίμενα δύο γυναίκες: την Εμα Στόουν (που φυσικά ευχαρίστησε) και τη Μαίρη Σέλεϊ (στην οποία δεν έκανε αναφορά). Την ίδια στιγμή, ο Γιώργος Λάνθιμος χαρακτηρίζεται από αρκετούς ένας «από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες παγκοσμίως».

Μπορεί και να είναι. Μπορεί και όσοι υποστηρίζουν το παραπάνω, να το πιστεύουν κιόλας. Μπορεί να τους πιστεύει και ο ίδιος. Η αλήθεια είναι πως δεν με απασχολεί. Την ταινία του και τα μη λόγια του παίρνω απλά ως αφορμή. Αφορμή για την «κατασκευή» – αυτό με απασχολεί. Κάποιοι πραγματικά δημιουργούν, άλλοι κατασκευάζουν, κάποιοι είναι και άλλοι κατασκευάζονται. Ωστόσο, δεν υπάρχει πραγματικά μεγάλο καλλιτεχνικό έργο (όπως ο «Δράκος» ή το «Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς» του Κίπλινγκ) που να μην καταδεικνύει το τραγικό φινάλε τού να ζεις ως «κατασκευή» και όχι ως «να είσαι».