Μπορεί η καταναλωτική εμπιστοσύνη να βουλιάζει κάτω από τα λασπόνερα που άφησαν οι πλημμύρες και τα αποκαΐδια των καταστροφικών πυρκαγιών, όμως η Ελλάδα βελτιώνει τη θέση της ως «ελκυστικός επενδυτικός προορισμός», καταγράφοντας αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων το 2022 κατά 57% έναντι του 2021.
Τα δύο πρόσωπα του Ιανού αποτυπώνονται σε δύο οικονομικές έρευνες που είδαν ταυτόχρονα το φως της δημοσιότητας – η πρώτη από το Ινστιτούτο Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών και η δεύτερη από τον διεθνή ελεγκτικό-συμβουλευτικό οίκο Ε.Υ. (Ernst & Young).
Στην έρευνα του ΙΟΒΕ καταγράφεται ορατή επιδείνωση του οικονομικού κλίματος τον Σεπτέμβριο, με υποχώρηση των επιχειρηματικών προσδοκιών σε όλες τις κατηγορίες, πλην του λιανεμπορίου, αλλά κυρίως με σημαντική εξασθένηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.
Η Ελλάδα ακολουθεί με χρονική υστέρηση την πτωτική πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας, καθώς «μειώνεται η σχετική αισιοδοξία στην αγορά», υπογραμμίζει η έρευνα, φαινόμενο που αποδίδει «στη λήξη της θερινής περιόδου που χαρακτηρίστηκε από ισχυρή πορεία του τουρισμού, με θετικές επιδράσεις σε πολλές περιοχές της οικονομίας, ενώ ταυτόχρονα οι πληθωριστικές πιέσεις μπορεί να μειώνονται αλλά συνεχίζονται ιδίως σε βασικές ανάγκες για τα νοικοκυριά, όπως τα τρόφιμα».
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι «το θετικό κλίμα που επικράτησε μετεκλογικά, με τη σταθερότητα που είχε προσδώσει η ανανέωση της κυβερνητικής θητείας, μετριάζεται από τις μεγάλες φυσικές καταστροφές σε πολλές περιοχές της χώρας και σχετικές δυσχέρειες στην αντιμετώπιση τους από κρατικούς και περιφερειακούς φορείς».
Η έρευνα του ΙΟΒΕ επιβεβαιώνει με βάση οικονομικούς δείκτες την τάση που καταγράφεται στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, σύμφωνα με τις οποίες η πλειονότητα των πολιτών αποδοκιμάζει την κυβερνητική ανεπάρκεια στον χειρισμό των φυσικών καταστροφών, και θεωρεί αναποτελεσματικά τα μέτρα για την ακρίβεια, αν και εξακολουθεί να δίνει σταθερά το προβάδισμα στη Ν.Δ.
Οι επιχειρηματικές προσδοκίες υποχώρησαν αισθητά τον Σεπτέμβριο στη βιομηχανία και στις κατασκευές, ενώ η σημαντικότερη επιδείνωση εμφανίζεται στον κλάδο των υπηρεσιών, με τον σχετικό δείκτη να υποχωρεί σχεδόν κατά 10 μονάδες σε σύγκριση με τον Ιούλιο (στις 109,5 από 119,6). Πτωτικά κινούνται όλες οι επιμέρους μεταβλητές, όπως οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων, για την τρέχουσα ζήτηση και τη ζήτηση του επόμενου τριμήνου. Υψηλός είναι επίσης ο δείκτης οικονομικής αβεβαιότητας, με το 62% των επιχειρήσεων του κλάδου να θεωρούν ότι η μελλοντική ανάπτυξη μπορεί να προβλεφθεί δύσκολα ή σχετικά δύσκολα – από 52% τον Ιούλιο.
Εκεί όμως που ξεδιπλώνεται σε όλο της το βάθος η οικονομική δυσπραγία που ταλαιπωρεί τα περισσότερα νοικοκυριά είναι στον δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης, κατατάσσοντας ξανά τους Ελληνες στον πιο απαισιόδοξο λαό σε όλη την Ε.Ε., με μεγάλη απόσταση από τους αμέσως επόμενους, την Ουγγαρία και τη Σλοβενία. Μετά την πρόσκαιρη μετεκλογική αισιοδοξία, οι προσδοκίες των καταναλωτών για το οικονομικό τους μέλλον αλλά και για την οικονομία της χώρας, παίρνουν πάλι την κατιούσα, με τον δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης να κατρακυλά στις -45 μονάδες, από -28,6 τον Ιούλιο.
Οι συνεχείς ανατιμήσεις, το υψηλό κόστος ζωής και κυρίως οι ανυπολόγιστες ζημιές των καταστροφών σε Θεσσαλία και Εβρο, επέδρασαν καταλυτικά στις προσδοκίες των καταναλωτών, τονίζει το ΙΟΒΕ, διευρύνοντας εκ νέου το χάσμα που μας χωρίζει από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (-18,7 μονάδες στην Ε.Ε. και στις -17,8 μονάδες στην ευρωζώνη). Ενδεικτικό είναι ότι το 66% των ελληνικών νοικοκυριών θεωρεί ότι η οικονομική του κατάσταση χειροτέρευσε τους τελευταίους 12 μήνες, έναντι 55% τον Ιούλιο, ενώ το 60% (από 37%) των νοικοκυριών αναμένει επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης τον επόμενο χρόνο.
Αντιστρόφως ανάλογη με την απαισιοδοξία των ελληνικών νοικοκυριών είναι η αισιοδοξία των ξένων επενδυτών. Σύμφωνα με τη διεθνή έρευνα «Ε.Υ. Attractiveness Survey Ελλάδα 2023», η οποία πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο σε 250 στελέχη ξένων επιχειρήσεων από όλο τον κόσμο, οι δύο στους τρεις ερωτηθέντες (67%) εκτιμούν ότι η ελκυστικότητα της Ελλάδας θα βελτιωθεί στα επόμενα τρία χρόνια.
«Η εικόνα αυτή είναι ευθυγραμμισμένη με εκείνη για το σύνολο της Ευρώπης (67% αναμένουν βελτίωση και 8% επιδείνωση) και είναι, μακράν, η καλύτερη μεταξύ των άλλων επιμέρους υπό σύγκριση χωρών όπου διεξήχθη η έρευνα», υπογραμμίζουν οι συντάκτες της μελέτης.
Διευκρινίζουν ωστόσο ότι το φετινό ποσοστό θετικών εκτιμήσεων είναι μειωμένο έναντι του 2022, όταν ήταν 75%. Ως μεγαλύτερους κινδύνους που απειλούν την «ελκυστικότητα» της Ελλάδας ως επενδυτικό προορισμό, οι ξένοι επενδυτές κατατάσσουν με σειρά προτεραιότητας τον εντεινόμενο πληθωρισμό (28%), την ενεργειακή κρίση (23%), την κοινωνική και οικονομική αστάθεια (21%) και το εργατικό κόστος (20%).
Κατά τα άλλα, τονίζεται ότι η Ελλάδα προσέγγισε 47 άμεσες ξένες επενδύσεις το 2022, ο μεγαλύτερος αριθμός από την έναρξη της παγκόσμιας σειράς ερευνών Attractiveness Survey, το 2000, ενώ το 40% των επιχειρήσεων σκοπεύουν να επενδύσουν στην Ελλάδα την χρονιά που έρχεται – το υψηλότερο ποσοστό στα πέντε χρόνια της ελληνικής έκδοσης της έρευνας.
Οι σημαντικότεροι οικονομικοί κίνδυνοι που επηρέασαν περισσότερο τα επενδυτικά σχέδια των επιχειρήσεων για την Ελλάδα το 2023, σύμφωνα με την έρευνα, ήταν ο πληθωρισμός και ο αντίκτυπός του στην καταναλωτική δαπάνη (50%), καθώς και η αύξηση των επιτοκίων και η περιοριστική νομισματική πολιτική (43%).
Καύσωνες, πυρκαγιές, πλημμύρες και λοιπές καταστροφικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και κυρίως της διαχρονικής απουσίας κάθε μέτρου πρόληψης, δεν περιλαμβάνονται στους παράγοντες επιχειρηματικού και επενδυτικού κινδύνου. Κάτι μας λέει όμως ότι αν η έρευνα της Ε.Υ. πραγματοποιούνταν τον Σεπτέμβριο, η αισιοδοξία των επενδυτών θα ήταν σαφώς ψαλιδισμένη.
