Την απόσυρση του νομοσχεδίου, το οποίο, με αιχμή την καθυστερημένη ενσωμάτωση κοινοτικής οδηγίας για την ενημέρωση των εργαζομένων για «διαφανείς και προβλέψιμους όρους εργασίας», εισάγει διατάξεις με αντεργατικό προσανατολισμό, ζήτησαν χθες ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ και το ΚΚΕ.
Αρχικώς, ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ, Γιώργος Γαβρήλος ζήτησε στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων να αναβληθεί η συζήτηση. Το αίτημα συναρτήθηκε όχι μόνο με τη ζοφερή συγκυρία στην οποία έχει εισέλθει η χώρα λόγω των καταστροφών, αλλά και επειδή δεν έχει γίνει ουσιαστικός δημόσιος διάλογος. Αίτημα για απόσυρση του νομοσχεδίου υπέβαλε ο εισηγητής του ΚΚΕ, Χρήστος Κατσιώτης. «Είστε εχθροί της προόδου και του ελεύθερου χρόνου των εργαζομένων» είπε ο κ. Κατσιώτης απευθυνόμενος στον Αδ. Γεωργιάδη. «Η κυβέρνηση θέλει να επιβάλει με νόμο ό,τι κατήργησαν οι εργάτες της Cosco με τους αγώνες τους στο λιμάνι του Πειραιά, τις κόντρα βάρδιες, τα εξαντλητικά ωράρια, που είχαν ώς τότε τραγικές συνέπειες για τους λιμεναργάτες».
Το αίτημα δεν έγινε δεκτό και η συζήτηση συνεχίστηκε σε υψηλούς τόνους.
Κουρελόχαρτο
«Παρά τον ανθρώπινο πόνο, τις ανείπωτες καταστροφές, την αδράνεια που το επιτελικό κράτος έχει επιδείξει όλο αυτό το διάστημα για τις πληγείσες περιοχές, το περιβάλλον και τους ίδιους τους πολίτες, παρά τις ευθύνες της ίδιας της κυβέρνησης που υποχρεούται να δώσει άμεσα απαντήσεις σε αμείλικτα ερωτήματα, η Ν.Δ. συνεχίζει ακάθεκτη το έργο της αποδόμησης των κοινωνικών δικαιωμάτων» είπε εισαγωγικά ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ, Γιώργος Γαβρήλος.
Πρόσθεσε ότι τα άρθρα που αφορούν την ευρωπαϊκή οδηγία «είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού», ενώ «όλο το υπόλοιπό είναι ρυθμίσεις αντεργατικές και σκληρά νεοφιλελεύθερες, που κανένας δεν μας τις επέβαλε. Είναι όλες εμπνεύσεως κυβέρνησης Μητσοτάκη και εκτέλεσης Αδωνη Γεωργιάδη».
Σημείωσε ότι το νομοσχέδιο κάνει κουρελόχαρτο το Εργατικό Δίκαιο, θυμίζοντας πως η προηγούμενη κυβέρνηση Μητσοτάκη θεσμοθέτησε τη δεκάωρη απασχόληση χωρίς πρόσθετη αμοιβή, τη νομιμοποίηση των απλήρωτων υπερωριών, την κατάργηση της αιτιολόγησης των απολύσεων, τη γενίκευση της ελαστικής και φτηνής εργασίας, την επίθεση στη συλλογική διαπραγμάτευση και στη συνδικαλιστική έκφραση των εργαζομένων και την υποβάθμιση του ΣΕΠΕ.
«Δεν υπάρχει νοήμων πολίτης που να μην κατανοεί ότι η κυβέρνηση που όφειλε νωρίτερα να προχωρήσει στην ενσωμάτωση της οδηγίας, περίμενε τις εκλογές. Κι αφού εξασφαλίσατε το 41%, σκεφτήκατε ότι η καλύτερη περίοδος ήταν μέσα στον Ιούλιο, μέσα στις πλημμύρες» τόνισε η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Θεανώ Φωτίου.
«Ποταμός» ο ειδικός αγορητής του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ., Γιώργος Μουλκιώτης. Χαρακτήρισε ψευδεπίγραφη την επίκληση ενσωμάτωσης στην ελληνική νομοθεσία της κοινοτικής οδηγίας, η οποία, όπως είπε, «στοχεύει στην προστασία των εργαζομένων από τις ελαστικές μορφές απασχόλησης, όπου υπάρχουν, κι όχι στην άμεση εφαρμογή τους όπως επιχειρεί η Ν.Δ. με το νομοσχέδιο». Εστίασε στη θεσμοθέτηση των κατά παραγγελία συμβάσεων με τις οποίες «ο εργαζόμενος θα είναι στο έλεος του εργοδότη χωρίς προγραμματισμό της προσωπικής ζωής». Στάθηκε αναλυτικά δε στην κατάργηση της προσαύξησης για εργασία τις Κυριακές και τις νυχτερινές ώρες. «Νομοθετεί ως μη όφειλε η κυβέρνηση την παραβίαση της 11ωρης συνεχόμενης ανάπαυσης. Καταργεί ακόμη και τη διάταξη του Χατζηδάκη που προέβλεπε αίτημα για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας. Στόχος είναι να μην πληρώνονται υπερωρίες. Κι αυτό ενώ η Ελλάδα είναι στη χειρότερη θέση της Ευρώπης ως προς την ποιότητα των θέσεων εργασίας. Και το χειρότερο είναι ότι η κυβέρνηση με αυτό το νομοθέτημα θέλει να ενσταλάξει στις συνειδήσεις των πολιτών ότι είναι παρωχημένο το 8ωρο» πρόσθεσε.
Η ειδική αγορήτρια της Ελληνικής Λύσης, Μαρία Αθανασίου, υποστήριξε ότι οι εργαζόμενοι χάνουν δικαιώματα και προνόμια ετών υπέρ των «κακόπιστων εργοδοτών». «Mας γυρίζετε πίσω σε συνθήκες εργασιακού μεσαίωνα» κατηγόρησε την κυβέρνηση ο ειδικός αγορητής των «Σπαρτιατών», Πέτρος Δημητριάδης, ενώ η Ασπασία Κουρουπάκη από τη «Νίκη» μίλησε για «εργασιακό μεσαίωνα». Για «αντεργατικές διατάξεις», οι οποίες σκοπό έχουν να εξευτελίσουν και να εξαθλιώσουν περαιτέρω τον κόσμο της εργασίας, μίλησε και ο Σπύρος Μπιμπίλας από την Πλεύση Ελευθερίας.
Ταφόπλακα στην ειδικότητα του ιατρού εργασίας
Μια ιδιαίτερη ομιλία με έντονη κριτική στην επιδεικνυόμενη αδιαφορία για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, με αφορμή και τη διάταξη που δίδει τη δυνατότητα να ασκήσουν την ειδικότητα του ιατρού εργασίας και γιατροί άλλων ειδικοτήτων, έκανε η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Αθηνά Λινού.
«Αν κάποιος εργάζεται 13 ώρες, σε ένα νοσοκομείο ή ακόμη και σε δουλειά γραφείου, και στη συνέχεια οδηγεί ταξί για άλλες 5 ώρες, είναι βέβαιο ότι θα κινδυνεύσει και ο ίδιος και θα βάλει σε κίνδυνο κι αυτούς που θέλει να εξυπηρετήσει» σημείωσε η βουλευτής. «Εχετε μπλέξει τον ρόλο του ιατρού εργασίας, που είναι μια ειδικότητα κατεξοχήν προληπτικής ιατρικής, με τον ρόλο του κλινικού ιατρού. Φαίνεται και στην εισηγητική έκθεση. Η κυβέρνηση προσπαθεί να βάλει ταφόπλακα στην ειδικότητα της Ιατρικής της Εργασίας. Κάτι που δεν έκανε καμία κυβέρνηση τα τελευταία 40 χρόνια.
»Πώς είναι δυνατό να ζητείται μόνο η γνώμη κι όχι η σύμφωνη γνώμη του ΚΕΣΥ, που είναι το κύριο συμβουλευτικό όργανο του υπουργείου Υγείας, για το ποιος μπορεί να ασκήσει την ειδικότητα του ιατρού εργασίας; Μια ειδικότητα την οποία σxεδίασα και την παρακολουθώ κι έχω υπηρετήσει όλες τις κυβερνήσεις γι’ αυτό το θέμα. Ποιος θα μπορέσει να κάνει αυτήν την ειδικότητα του γιατρού εργασίας όταν απαγορεύεται να ασκεί ένας γιατρός δύο ειδικότητες ακόμη κι αν τις κατέχει; Ποιος θα καλύψει αυτήν την ειδικότητα; Με γιατρούς άλλης ειδικότητας; Οταν εκτός από τη δουλειά στο νοσοκομείο ο γιατρός εργασίας έχει και επιπλέον 1.280 ώρες εκπαίδευσης;
»Εάν ήταν έτσι όπως λέει το νομοσχέδιο και μπορούσαν όλοι να κάνουν όλες τις δουλειές, θα μπορούσα κι εγώ ως επιδημιολόγος να καλύπτω τη δουλειά του άντρα μου, που είναι χειρουργός» σημείωσε η κ. Λινού.
