Χωρίς και παλιότερα η χώρα μας να ήταν αυτό που εννοούμε και ορίζουμε ένας «εύκολος τόπος», έχει εδώ και τουλάχιστον μια δεκαπενταετία (επίσημα), που πράγματι είναι σε… ελεύθερη πτώση με την προοπτική, μάλιστα, να μη βρεθεί το σωτήριο και λυτρωτικό εκείνο αλεξίπτωτο-ανάχωμα που θα την προφυλάξει από την τελική πρόσκρουση! Ολοι, περίπου, γνωρίζουμε πως αυτή-τούτη η διεργασία αποσύνθεσης και κατάρρευσης είναι μακρά και έχει αντικειμενικά αίτια και αναφορές: η διαχείριση της χρεοκοπίας και, παραπέρα, των δημοσιονομικών μέτρων εξυγίανσης (αυτολεξεί), από την πολιτική τάξη της χώρας, προκάλεσε βαρύ πλήγμα και σοκ στην ελληνική κοινωνία, ήτις συγχυσμένη και αμήχανη, έκτοτε ολισθαίνει ασταμάτητα!
Ωστόσο, όσο και αν το πλήγμα και το σοκ ήταν βαθύ, μες στα χρόνια αυτά συνέβη κάτι που, ιστορικά-κοινωνικά, δεν έχει μίμηση ούτε αντίγραφο! Ο ίδιος λαός, οι ίδιοι, οιονεί, άνθρωποι που και παλιότερα υπέφεραν και ταλαιπωρούνταν το ίδιο, κάποια στιγμή κατανοούσαν με ενάργεια το πρόβλημα και πού βρίσκονταν – συνέσφιγγαν, έτσι, τις σχέσεις τους, συνεργάζονταν, έδιναν κουράγιο ο ένας στον άλλον και, εν πολλοίς, ξανάβρισκαν την ηθική ταυτότητά τους που είχε κεντρικό άξονα και αναφορά τη φιλοτιμία, την ανθρωπιά και τον αγώνα.
Μπορεί, βέβαια, τα χρόνια να άλλαξαν, να ζούμε πλέον σε οικουμενικές-παγκόσμιες (γεωπολιτικές, γεωοικονομικές) συνθήκες και καταστάσεις που, αλήθεια, ναι, πιέζουν αφόρητα, συγχύζουν και αλλοτριώνουν γρήγορα χαρακτήρες και υποκείμενα, εν τούτοις, από τη μια ώς την άλλη κατάσταση υπάρχει μια άβυσσος, καίτοι καταγράφεται πια ως συλλογική αδυναμία και ανεπάρκεια να διατηρήσουμε τη δική μας, την ιδιαίτερη ταυτότητά μας. Δύναται αυτή η ταυτότητα να μην ήταν ποτέ, ακριβώς, κάτι εξαιρετικό και θαυμαστό σαν ποιότητα – γεγονός όμως είναι πως τις πιο δύσκολες στιγμές του νεότερου και πιο σύγχρονου Ελληνισμού, έπαιζε καθοριστικό ρόλο για την επιβίωση και τη συνέχειά του.
Κοντολογίς, ο λαός αυτός θαρρείς σαν να κουράστηκε κι έπαψε να προσπαθεί. Κι έπαψε, λες, να πιστεύει σε μια νέα προσπάθεια -έστω αμυντικής φύσεως- που, αφ’ ενός, θα τον κρατήσει και, αφ’ ετέρου, θα τον πάει στο αύριο. Μαζί με αυτό απώλεσε -ανεπιστρεπτί κατ’ εκτίμηση- τα ψυχικά και ηθικά εργαλεία που τον συντηρούσαν όρθιο! Τα πράγματα, όθεν, δείχνουν πολύ δύσκολα κι αν προσθέσουμε σε αυτό τις συνεχείς μεταβολές, την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα της εποχής, θα εξελιχθούν σε ακόμη πιο δύσκολα!
Τώρα, λοιπόν, είναι η ώρα να βρεθεί και να δουλευτεί ένα συνεκτικό σχέδιο σωτηρίας – μπροστά, επιτέλους, οι φωτισμένοι, οι συγκροτημένοι, οι πατριώτες – αν υπάρχουν, βέβαια, ακόμη τέτοιοι και είναι διατεθειμένοι να θέσουν τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων! Λίγο μετά, θα είναι τελείως αργά, διότι, όπως έλεγαν και οι παλιότεροι-προικισμένοι Ρωμιοί θυμόσοφοι, «θα χάσουμε τ’ αυγά και τα πασχάλια!», ήγουν δεν θα έχουμε πουθενά βάση (και ταυτότητα) για να πιαστούμε και να υπάρξουμε…
