Eικόνες της πυρκαγιάς της 23ης Ιουλίου 2018, που ξέσπασε στο Νταού Πεντέλης και κατευθυνόταν προς κατοικημένες περιοχές, περιέγραψαν χθες μέσα από τις μαρτυρικές καταθέσεις τους δύο στελέχη των Δήμων Ραφήνας-Πικερμίου και Μαραθώνα, που ήταν στα πόστα τους εκείνη την ημέρα.
Ως προϊσταμένη Διεύθυνσης Οικονομικών του Δήμου Μαραθώνα, η κ. Λάμπρου βρισκόταν τις κρίσιμες ώρες της πυρκαγιάς στο δημαρχείο. Όπως κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η ίδια κατάλαβε πως η φωτιά πλησίαζε επικίνδυνα την περιοχή, μόνο από το άκουσμα μιας σειρήνας έξω από το κτίριο, αργά το απόγευμα. «Δεν είχαμε ακούσει ούτε για φωτιά ούτε για τίποτα. Το γραφείο ήταν στο πίσω μέρος του κτιρίου. Κάποια στιγμή ακούστηκε μια σειρήνα και καταλάβαμε πως κάτι συμβαίνει». «Κανείς δεν μας πήρε τηλέφωνο», υπογράμμισε επανειλημμένα, αφήνοντας έτσι αιχμές πως η ευθύνη εναπόκειτο αποκλειστικά στην Πολιτική Προστασία και την Πυροσβεστική. Η ενημέρωση, όπως υποστήριξε, ήρθε από τον τότε αντιδήμαρχο καθαριότητας, ο οποίος ήταν «ήδη έξω να δει τι γίνεται και μας είπε ότι ήταν ακόμη πολύ ψηλά -δεν είχε φτάσει ακόμη στα όρια του δήμου μας- αλλά και πολύ δυνατή».
Κατά τις έξι, ενώ η φωτιά έφτανε προς το Μάτι και τον Νέο Βουτζά (ένα μέρος του οποίου ανήκει διοικητικά στον Δήμο Μαραθώνα), οι εργαζόμενοι προσπάθησαν να μάθουν πώς εξελίσσεται η πυρκαγιά. «Καμία ενημέρωση από κανέναν. Δεν ενημερώθηκε κανένας από τους εργαζόμενους που ήταν σε επιφυλακή. Παραμείναμε στο πόστο μας μέχρι το βράδυ», συμπλήρωσε η κ. Λάμπρου, ξεκαθαρίζοντας πως ο δήμος δε δρα αυτοβούλως, «χωρίς να έχει προηγηθεί η ενημέρωση της Πυροσβεστικής».
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η έδρα θα καταφέρει να αποφανθεί, αν οι τότε δήμαρχοι και κατηγορούμενοι στην υπόθεση Ηλ. Ψινάκης και Ευάγγ. Μπουρνούς -του Δήμου Μαραθώνα και του Δήμου Πικερμίου αντίστοιχα- είναι πράγματι ένοχοι για τα πλημμελήματα για τα οποία βρίσκονται υπόλογοι στο δικαστήριο. Μέχρι στιγμής φαίνεται πως το δικαστήριο έχουν απασχολήσει περισσότερο οι ποινικές ευθύνες που πιθανότατα βαραίνουν τα στελέχη του Πυροσβεστικού Σώματος, χωρίς όμως να βγαίνουν εντελώς από το κάδρο των ευθυνών οι εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Πάντως, η μάρτυρας διέψευσε προγενέστερες καταθέσεις που έκαναν λόγο για μη υλοποίηση μέτρων πυρασφάλειας (όπως καθαρισμός δρόμων από ξερά φύλλα και χόρτα), που πιθανότατα συνέβαλε στην έξαρση της πυρκαγιάς: «Ο δήμος κάθε χρόνο προβαίνει σε καθαρισμούς, όπως και εκείνη τη χρονιά».
Διαφορετική εικόνα έδωσε η υπεύθυνη του Τμήματος Πρασίνου και διαχειρίστρια θεμάτων Πολιτικής Προστασίας του Δήμου Ραφήνας, Τζωρτζίνα Λεγάκη. «Όταν έχουμε κίνδυνο “4”, μοιράζουμε τις δυνάμεις μας ώστε να έχουμε εποπτεία του χώρου. Δε δράσαμε αυτοβούλως, δηλώσαμε τις ενέργειές μας στην Πυροσβεστική Υπηρεσία», ξεκαθάρισε. Η ίδια περιγράφει: «Το απόγευμα εκείνο ήταν τέτοιας πυκνότητας ο καπνός, που δεν καταλαβαίναμε πού ήταν η πηγή της φωτιάς». «Ενημερώσαμε την Πυροσβεστική και διαθέσαμε όλα μας τα μέσα και τα οχήματα στη διάθεση της Αστυνομίας, αφού ανήκαν στον δικό της επιχειρησιακό σχεδιασμό». Μάλιστα, όπως είπε, έλαβαν ενημέρωση από την ΕΛ.ΑΣ. πως χρειάζονταν δυνάμεις στο Λύρειο Παιδικό Ίδρυμα, προκειμένου να βοηθήσουν. Λίγη ώρα αργότερα, στελέχωσαν ένα πούλμαν 17 ατόμων, προκειμένου να κατευθυνθούν προς το Μάτι, σε σημεία που ήδη κινδύνευαν από τις φλόγες: «Φτάνοντας στη Μαραθώνος, προσπαθούσαμε να περάσουμε τον δρόμο, αλλά δεν τα καταφέραμε. Υπήρχε έντονη παρουσία κόσμου και το πούλμαν άρπαξε φωτιά στην οροφή του. Φύγαμε και γυρίσαμε στο Κέντρο Επιχειρήσεων».
