υπάρχει ένα μηχανάκι στην καρδιά του νέου μου σπιτιού που με- / τράει τις φορές που το επισκέπτονται: τις μοναδικές προβολές από / τη μέρα της Δημιουργίας […] τα μικρά αγόρια κελαηδούν στο κλαδί της ΔΕΗ […] κανονικά έχω πάψει να χρησιμοποιώ τέτοιες εικόνες στα όσα / γράφω, […]
(«[ζέπελιν]»)
Η συλλογή τής Τρία Επσιλον βραβεύτηκε το 2022 με το Βραβείο Θράκα. Ομως το δικό μου ενδιαφέρον παρακινήθηκε από το παρατιθέμενο ποίημα, όπου αντιδιαστέλλονται δύο διαφορετικές ποιητικές και ανακοινώνεται η εγκατάλειψη της μίας. Για να ξεκαθαρίσουμε λοιπόν ποιο είναι εκείνο το οποίο εγκαταλείπεται και ποιο αυτό που προτιμάται: παροπλίζεται εκείνος ο μανιερισμός με την πληθώρα των εικόνων, οι οποίες προκύπτουν χάρη στην απλούστατη τεχνική τού να αποσπάς φράσεις από το κυριολεκτικό πλαίσιό τους και να τις μεταφέρεις σε έναν ξένο και χάρη επίσης στους εύλογους συνειρμούς και στα λογοπαίγνια. Με άλλα λόγια εγκαταλείπεται ένα ρεύμα της ποίησης το οποίο έχει ακόμη μεγάλη διάδοση.
Από την άλλη πριμοδοτείται μια ποίηση εικονοκλαστική με την κυριολεκτική σημασία του χαρακτηρισμού, γιατί δυσχεραίνεται εσκεμμένα ο σχηματισμός των εικόνων. Το βάρος πέφτει στην αφήγηση μιας σειράς από γεγονότα που το περιεχόμενό τους καθίσταται δυσπρόσιτο, εξαιτίας μιας αναστοχαστικής διαδικασίας. Τα γεγονότα φιλτράρονται μέσω της τελευταίας, ώστε τίθενται σε μεγαλύτερη απόσταση και κερδίζουν σε αφαίρεση.
Ουσιαστικά η ποιητική η οποία προκρίνεται γενικότερα στο «γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας» εγκιβωτίζει ένα προγενέστερο και ένα μεταγενέστερο στάδιο της σύνθεσης: ένα πριν και ένα μετά τη δημιουργία ενός ποιήματος. Δηλαδή η Τρία Επσιλον ενσωματώνει στη συλλογή της τόσο την προεργασία και τις δοκιμές όσο και την εκτίμηση ή και τη διόρθωση του αποτελέσματος, οι οποίες προηγούνται και έπονται ενός ποιήματος αντίστοιχα. Το πρόταγμα «θα γράφω έτσι» αντικαθίσταται από την υπόθεση εργασίας «πώς θα ήταν εάν έγραφα αλλιώς;» Η ποιήτρια προτιμά τα δύσκολα, επιχειρώντας πρώτιστα στο πεδίο του πειραματισμού. Δουλεύοντας με μια αφηγηματικότητα η οποία κινδυνεύει συνεχώς να αυτοακυρωθεί. Ανάμεσα στις τεχνικές της ίσως η σημαντικότερη είναι το μοντάζ, με το οποίο αρκετά ποιήματα χωρίζονται σε σχεδόν κινηματογραφικές σεκάνς.
Οι εκδόσεις Θράκα διακρίνονται για τα βιβλία ποιητών και ποιητριών οι οποίοι βουτούν σε άγνωστα νερά, προσπαθώντας να προβάλλουν ήδη στο παρόν το πώς θα λειτουργούσε η τέχνη που υπηρετούν σε μια προσεχή φάση της. Κάποιοι, όπως η Τρία Επσιλον, επιλέγουν να εντάξουν το στάδιο της προετοιμασίας καθώς και το μετα-στάδιο του αναστοχασμού στο ίδιο το σώμα του ποιήματος. Ενα χαρακτηριστικό γνώρισμα της εν λόγω πρακτικής -το οποίο συναντάται τόσο στις εκδόσεις της Θράκας όσο και σε αρκετές άλλες- αποτελεί η πεζή μορφή. Εχω, για παράδειγμα, στον νου -πέρα από την Τρία Επσιλον- πεζόμορφα ποιήματα ή τμήματα ποιημάτων στη συλλογή της Γεωργίας Διάκου «αυτά που φαίνονται στο φως μου μοιάζουν οικεία», στην «Ανθρωπόκαινο» του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, στη συλλογή «Το δεν είμαι ακόμα» της Κλεοπάτρας Λυμπέρη.
Ο Νάνος Βαλαωρίτης μού είχε επισημάνει σε μια συζήτησή μας ότι η πεζογραφία προπορεύεται της ποίησης στους πειραματισμούς και την ανανέωση. Η πρώτη επινοεί τους νέους τρόπους και η δεύτερη τους υιοθετεί. Ετσι εξηγώ εν μέρει γιατί οι ποιητές οι οποίοι αποβλέπουν σε κάτι καινούργιο προσφεύγουν στην πεζή μορφή. Το προηγούμενο δεν σημαίνει βέβαια πως όσοι γράφουν έτσι επιδιώκουν την ανανέωση. Ισα ίσα που πολλοί οι οποίοι δουλεύουν συστηματικά με τη συγκεκριμένη μορφή έχουν καθηλωθεί επίσης σε έναν τύπο μανιερισμού. Γιατί δεν μπορούν όλοι, όπως μπορούσε ένας Κώστας Παπαγεωργίου, να αντιληφθούν τις δυνατότητές της.
Σίγουρα το να παρουσιάζεις μέσα στο ποίημα τόσο αυτό που κανονικά θα αποτελούσε την προεργασία όσο και αυτό που θα συνιστούσε τον μεταγενέστερο σχετικό αναστοχασμό, αποδεικνύεται δίκοπο μαχαίρι. Ακριβώς επειδή παίζεις με το πριν και με το μετά της ποίησης, με συνέπεια η τελευταία, σε μερικές περιπτώσεις, να απουσιάζει. Πράγμα το οποίο παρατηρείται και στη συλλογή τής Τρία Επσιλον.
Θεωρώ ωστόσο σημαντικότερη την τόλμη της, όπως και των άλλων που στοιχηματίζουν ένα παρόμοιο υψηλό διακύβευμα. Αλλωστε υπάρχει ένα επιπλέον θετικό στοιχείο εδώ, το οποίο εντοπίζεται στην πολιτική παράμετρο: τα ποιήματα παρακολουθούν το ανθρωπολογικό μοντέλο που διαμορφώνεται μέσα στις σύγχρονες μικρο- και μακρο-συνθήκες. Ενα μοντέλο το οποίο ορίζεται διττά: με τη μόνιμη επισφάλεια του μετανάστη και του πρόσφυγα και με τη διαρκή περιχαράκωση και απομόνωση, δηλαδή με τη μόνιμη ψευδο-ασφάλεια εμάς των υπολοίπων.
