«ΑNTIO BIZARE ΘΑ ΣΕ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ».
Μια καρδιά, το σήμα της αναρχίας, ένας σταυρός και η ημερομηνία 6/10/23, συμπλήρωσαν τη φράση που γράφτηκε βιαστικά με σπρέι λευκού χρώματος σ΄ ένα σημείο της τοιχογραφίας που απλώνεται από το 2003 περιμετρικά στον μαντρότοιχο του εργοστασίου της «Ελαΐς» στην Πειραιώς (74). Ήταν «βανδαλισμός» όπως χαρακτηρίστηκε αυτό από ορισμένα Μέσα, αλλά και όπως το αντιμετώπισε η οικογένεια του Στέλιου Φαϊτάκη καταδικάζοντας την πράξη και δηλώνοντας ότι τους προκάλεσε βαθιά στεναχώρια;
Δικό του έργο είναι βέβαια η τοιχογραφία. Του Φαϊτάκη. Ή του “Bizare” που αν διέθετε ακόμα ένα “r” θα ήταν «παράξενος» και που ήταν η υπογραφή αυτού του όντως παράξενου και παράδοξου και ιδιοσυστασιακού και μεγαλοφυή καλλιτέχνη που βρηκε τον εικαστικό-ιδεολογικό του προσανατολισμό και την “γλώσσα” του μεταξύ της βυζαντινης αγιογραφίας και του δρόμου.
Από τους πρώτους street artists της Ελλάδας, μέλος κάποτε της ομάδας Carpe Diem, ενός από τα παλιότερα graffiti crew της χώρας (όπως κι άλλοι απόφοιτοι της ΑΣΚΤ) ήταν επίσης από τους πρώτους που μας έμαθαν την mural art ως μέρος της street art, επιλέγοντας μεγάλες επιφάνειες, τότε που ακόμα αυτή η τέχνη ήταν συλλήβδην «παραβατική», λόγος να σε κυνηγάει η αστυνομία και η κοινή γνώμη να βρίζει τα «κωλόπαιδα» για τις «αηδίες» στους τοίχους. Η street art προτού να την κάνει πχ ο Δήμος Αθηναίων project, ήταν από το ίδιο της το dna αντισυστημική και αντισυμβατική, αιρετική, ριψοκίνδυνη στην εκτέλεσή της, «ενοχλητική», συνδεδεμένη με το χιπ-χοπ, την τέχνη των mc, τους σκέιτερς. Εξ ου και η άλλη γνωστή δουλειά του Φαϊτάκη ως Bizare, το εξώφυλλο του πρώτου EP των Terror X Crew, το 95.
Από την πρώτη κατάληψη του Εμπρός μέχρι τις αφίσες του Ελεύθερου Κοινωνικού Χώρου Νοσότρος ο Φαϊτακης έτσι ξεκίνησε. Ως αντισυστημικό, αντισυμβατικό, ελεύθερο, πνεύμα που αντιδρούσε για τις κοινωνικές και πολιτικές αδικίες ζωγραφίζοντας σε τοίχους στις γειτονιές που μάθαμε να λέμε down town.
«Στο έργο μου οι αναρχικοί διαμαρτύρονται για την αδικία που διαπράττεται σε βάρος του φιλοσόφου και εξεγείρονται ανεβαίνοντας προς την Ακρόπολη», είχε πει ο ίδιος στην Καθημερινή όταν στο πλαίσιο της 1ης Μπιενάλε της Αθήνας Destroy Athens το 2007 έφτιαξε την τοιχογραφία Socrates Drinks the Conium, από την οποία παρήλαυναν «παπάδες, μπάτσοι, ρουφιάνοι».
Ο ίδιος είχε αποδεχτεί το γεγονός πως το έργο θα καταστρεφόταν με τη λήξη της διοργάνωσης: «Ας καταστραφεί εγώ τελείωσα με αυτό που είχα να κάνω. Η σημασία βρίσκεται στη διαδικασία» έλεγε εκείνος που είχε γαλουχηθεί εικαστικά στην επίγνωση της θνησιγένειας της street art. Το 2017 όμως εξηγώντας στους New York Times πως είχε αποφασίσει να περάσει από την «παρανομία» των δρόμων στη ζωγραφική σε τοίχους μεγάλων μουσείων και επίσημων διοργανώσεων, σε εκθέσεις και στο εργαστήριό του παραδεχόταν ότι δεν αντιμετωπίζει πια την τέχνη του ως εφήμερη: «δεν είναι ότι δεν αντέχω να καταστραφεί, απλά θέλω να γίνεται με τους δικούς μου όρους και όχι να αισθάνεται ο καθένας ελεύθερος να βανδαλίσει ένα έργο που μου πήρε μήνες να δημιουργήσω», είχε πει.
Η τοιχογραφία της Ελαϊδας ανήκε βέβαια στην πρώτη εποχή, του δρόμου. Είναι λοιπόν «βανδαλισμός» το «αντίο» κάποιων συντρόφων του στο γκράφιτι; Ή ενδεχομένως κάποιων νεότερων για τους οποίους ο “Bizare” ήταν ο δικός τους θρύλος; Ή μήπως αυτή η «αλητεία» είναι το τρυφερό τελικά, κάπως σπαρακτικό στο βάθος του, φτιαγμένο με τους «αρχετυπικούς» όρους του δρόμου και της, όλο θράσος, παρόρμησης του γκράφιτι επιμνημόσυνο νεύμα των «κωλόπαιδων» σ΄ έναν από το σινάφι τους;
