Σύμφωνα με τον κλασικό Γάλλο κοινωνιολόγο Émile Durkheim το θρησκευτικό γεγονός (fait religieux) είναι ένα κοινωνικό γεγονός (fait social), δηλαδή παράγεται κοινωνικά και είναι ικανό να ασκήσει στο άτομο εξωτερικό καταναγκασμό. Είναι ένας τρόπος ενέργειας γενικός σε όλη την έκταση μιας δεδομένης κοινωνίας, αλλά διατηρώντας και μία ιδιαίτερη υπόσταση, ανεξάρτητη από τις ατομικές του εκδηλώσεις. Η θρησκεία, συνεπώς, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και πρακτικές, έχουν από αρχαιοτάτων χρόνων επηρεάσει (και ασκήσει καταναγκασμό σε) όλα τα πεδία και τις διαστάσεις της κοινωνικής και πολιτικής ζωής των ανθρώπινων κοινωνιών. Οι τέχνες και εν προκειμένω η λογοτεχνία δεν θα μπορούσαν να μείνουν εκτός επιρροής ενός γεγονότος ή τρόπου ενέργειας τόσο γενικού και επιδραστικού.
Το συλλογικό πόνημα του Βασίλη Μακρυδήμα, λοιπόν, με τίτλο Οψεις του θρησκευτικού φαινομένου στη λογοτεχνική κριτική του Μεσοπολέμου 1922-1940 εκδόσεις Librofilo, καταπιάνεται με μία πολύ ιδιαίτερη, αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέρουσα διάσταση, εκείνη της λογοτεχνικής κριτικής του Μεσοπολέμου αναφορικά και σε σχέση με το θρησκευτικό γεγονός. Πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας κοπιώδους προσπάθειας που χρηματοδοτήθηκε από το Ελληνικό Ιδρυμα Ερευνας και Καινοτομίας, η οποία έρχεται να καλύψει ένα κενό στην ακαδημαϊκή έρευνα. Αν και κατά καιρούς έχουν υπάρξει απόπειρες μελέτης του θρησκευτικού γεγονότος σε μια σειρά από λογοτεχνικά έργα και συγγραφείς (π.χ. Καζαντζάκης, Καβάφης, Παπαδιαμάντης), εντούτοις η επικέντρωση στη λογοτεχνική κριτική είναι κάτι σχετικά σπάνιο, ιδίως σε αυτήν την έκταση και εμβάθυνση.
Το βιβλίο αποτελείται από μία εισαγωγή και δέκα κεφάλαια τα οποία καλύπτουν πολλές και ενδιαφέρουσες θεματικές, όπως ζητήματα θρησκείας και επιστήμης με επίκεντρο την ιστορικότητα του Ιησού (κεφάλαιο 5), τις σχέσεις χριστιανισμού και σοσιαλιστικών ιδεών που αναδύθηκαν την περίοδο του Μεσοπολέμου (κεφάλαιο 6), τη σύζευξη πολιτικής και θρησκείας στο λογοτεχνικό πεδίο κατά τη δικτατορία του Μεταξά (κεφάλαιο 9) και την πρόσληψη του ένθεου υπαρξισμού (κεφάλαιο 10). Επίσης, από τις σελίδες του παρελαύνουν ονόματα λογοτεχνών και κριτικών, όπως του Καβάφη, του Παπατσώνη, του Βάρναλη, του Δημαρά, του Παράσχου, του Δούρα, της Μελισσάνθης, της Θρύλου και πολλών άλλων.
Η επιλογή συγκεκριμένων κεφαλαίων από έναν συλλογικό τόμο αποτελεί οπωσδήποτε δύσκολο εγχείρημα, όμως θα επέλεγα τρία κεφάλαια για μία παραπάνω αναφορά. Το πέμπτο κεφάλαιο (Βασίλης Μακρυδήμας) προσεγγίζει το ζήτημα της ιστορικότητας του Ιησού κυρίως μέσω της λογοτεχνικής κριτικής ξένων συγγραφέων. Πρωταγωνιστής σε αυτήν την περίπτωση αναδεικνύεται ο Renan με το έργο του Η ζωή του Ιησού αλλά και οι Paul-Louis Couchoud και Édouard Dujardin, έργα των οποίων επίσης βρέθηκαν στο στόχαστρο μάλλον μιας απολογητικής του χριστιανισμού μέσω της λογοτεχνικής κριτικής. Από ελληνικής πλευράς στη συζήτηση πρωταγωνιστεί η Πηνελόπη Δέλτα με τη δική της Ζωή του Χριστού η οποία αν και σαφώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έργο αμφισβήτησης της ιστορικότητας του Ιησού, εντούτοις ξέφευγε από τα παραδεδεγμένα, με αποτέλεσμα να δεχτεί κριτική και να μην υποστηριχτεί ουσιαστικά ούτε από την Εκκλησία.
Το επόμενο κεφάλαιο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ είναι εκείνο που αφορά τη σύζευξη πολιτικής και θρησκείας στον λόγο της λογοτεχνικής κριτικής κατά τη δικτατορία του Μεταξά (ένατο κεφάλαιο). Στο κεφάλαιο αυτό ο συγγραφέας (Γιάννης Στάμος) επιτυγχάνει πράγματι να αναδείξει ότι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας οι δημόσιες παρεμβάσεις πολλών κριτικών, μέσω των αντίστοιχων στηλών λογοτεχνικής κριτικής περιοδικών και εφημερίδων, ενίσχυαν και προωθούσαν πολύ συχνά πολιτικά συνθήματα και προτάγματα, παρείχαν νομιμότητα στο καθεστώς και συμμετείχαν σε πολιτικές συζητήσεις ή αναπαρήγαγαν τον λόγο της εξουσίας, θυμίζοντάς μας αντίστοιχες περιπτώσεις σε άλλα καθεστώτα (π.χ. στη ναζιστική Γερμανία). Μέσα σε αυτήν την παρουσία των κριτικών το θρησκευτικό στοιχείο είναι παρόν και εμπλέκεται διαρκώς ρητά ή άρρητα.
Το τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο που βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το τέταρτο (Βασίλης Μακρυδήμας) που αφορά δύο ιδιαίτερες περιπτώσεις ποιητών που τέθηκαν στο επίκεντρο της λογοτεχνικής κριτικής της περιόδου, αν και όχι τόσο γνωστές όσο άλλες, εκείνες του Δούρα και της Μελισσάνθης. Η μεν περίπτωση του Δούρα είναι αξιοσημείωτη επειδή πρόκειται για μία θρησκευτικά στρατευμένη ποιητική μορφή και μάλιστα από μία θρησκευτική κοινότητα, τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι οποίοι τα επόμενα χρόνια θα δεχτούν σφοδρό κύμα απηνών διωγμών μέχρι και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Η δεύτερη, εκείνη της Μελισσάνθης, επειδή η κριτική που ασκείται δεν αφορά μόνο το θρησκευτικό στοιχείο της ποίησής της, αλλά και το γεγονός ότι είναι γυναίκα, προσθέτοντας την εξαιρετικά σημαντική έμφυλη διάσταση στην όλη συζήτηση.
Εν κατακλείδι, το παρόν συλλογικό έργο, μία από τις πρώτες εκδοτικές προσπάθειες των εκδόσεων Librofilo, αποτελεί, θα τολμούσα να ισχυριστώ, ένα βιβλίο-σταθμό για δύο πολύ βασικούς λόγους. Αφενός διότι επιτυγχάνει να εντρυφήσει σε ένα ανεξερεύνητο σχετικά πεδίο, και αφετέρου διότι εξετάζει το αντικείμενο που θέτει επί τάπητος μέσω της μελέτης της ιδεολογικής, πολιτισμικής και αισθητικής χρήσης της θρησκείας στις γλωσσικές εκφάνσεις του κριτικού λόγου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναδεικνύονται τα ποικίλα συμφραζόμενα εντός των οποίων το θρησκευτικό στοιχείο είτε έθεσε ηγεμονικές αξιώσεις στο πεδίο της κυρίαρχης λογοτεχνικής κουλτούρας του Μεσοπολέμου είτε αμφισβήτησε συμβατικές οριοθετήσεις παγιωμένων πνευματικών σχημάτων. Αν υπήρχε μία μόνο παρατήρηση, αυτή θα αφορούσε την ορθότερη χρήση ορισμένων όρων που προέρχονται από άλλες επιστημονικές πειθαρχίες, π.χ. Ευαγγελικοί αντί Ευαγγελιστές, Ισλάμ αντί Ισλαμισμός (ή ορθότερα Ισλαμικός μυστικισμός εφόσον η αναφορά γίνεται για τον Guenon), λαϊκοί ή κοσμικοί αντί λαϊκιστές (εφόσον συνδέεται με τη γαλλική laïcité Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα έργο που εντάσσει και εξετάζει τη θρησκεία και τη λογοτεχνική κριτική στο ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής αξιοποιώντας πληθώρα πηγών, αλλά και βιβλιογραφία που εκτείνεται στα πεδία της ιστορίας, της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας. Εξ ου και ο τίτλος του παρόντος βιβλιογραφικού σημειώματος -παράφραση του αντίστοιχου Καντιανού- καθώς η θρησκεία στο εν λόγω έργο δεν εξετάζεται περιχαρακωμένη στο λογοτεχνικό και κριτικό πλαίσιο.
*Δρ Κοινωνιολογίας της θρησκείας, διδάσκων Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου
—
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο [email protected]
