«Ακου. Ολα είναι δικά μου, το ξέρω, όπως το ξέρουν όλοι. Αλλά αυτό δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Είμαι ο αφέντης της γης και οι πολίτες μου πληρώνουν νοίκι γιατί κατοικούν πάνω της.[…] Ομως υπάρχουν πολλά άλλα δικά μου πράγματα, πρόσεξέ με καλά, δικά μου και κανενός άλλου, που ο κόσμος τα χαίρεται ελεύθερα κατακλέβοντας έτσι τον αφέντη του. Δικός μου είναι κι ο αέρας, αλλά όλοι τον αναπνέουν όπως τους αρέσει. Δικός μου είναι κι ο ήλιος, αλλά οι πολίτες μαζεύουν τις ακτίνες του για να κάνουν το στάρι να μεγαλώσει και το σανό να ξεραθεί. Δικό μου είναι και το φεγγάρι, αλλά ο κόσμος κάνει βόλτες πλάι στο ποτάμι τα βράδια, κάτω απ’ το φως του.[…] Θέλω το φεγγάρι μου να θαφτεί μαζί μου, στον τάφο μου» («Ο αφέντης του φεγγαριού» από τα «Παραμύθια σαν πλατύ χαμόγελο»)
Ο κορυφαίος Τζάνι Ροντάρι (1920-1980), δάσκαλος, διευθυντής εφημερίδων και περιοδικών, γνωστός διεθνώς ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων (Βραβείο Αντερσεν 1970), απευθυνόμενος με το θεμελιώδες πόνημά του «Γραμματική της φαντασίας. Εισαγωγή στην τέχνη να επινοείς ιστορίες» σε όσες/όσους πιστεύουν στην «απελευθερωτική αξία» της λέξης («Οχι γιατί όλοι είναι καλλιτέχνες, αλλά για να μην είναι κανένας σκλάβος» – θυμιστέα η κομμουνιστική ιδεολογία του), εκθέτει τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους οι ενήλικοι μπορούν οι ίδιοι να επινοήσουν ιστορίες αλλά και να βοηθήσουν τα παιδιά να επινοήσουν τις δικές τους, ενώ παρέχει έναν αναλυτικότατο «χάρτη» για το πώς δουλεύει ένας συγγραφέας, επηρεασμένος, βέβαια, στη συγκεκριμένη περίπτωση, και από τον υπερρεαλισμό.
Για την επινόηση των ιστοριών του ο Τζ. Ροντάρι βασίστηκε σε τεχνικές όπως αυτή που θυμίζει ακροστιχίδα (ξεκινώντας από μια τυχαία λέξη φτιάχνεις μια αλυσίδα και από εκεί καταλήγεις σε μια ιστορία) ή όπως οι ποικίλες παραλλαγές του «φανταστικού διωνύμου», τεχνική που αποτελεί τον πυρήνα της επινοητικής διαδικασίας για τον Ροντάρι και η οποία βασίζεται στην αντίληψη ότι «η σκέψη σχηματίζεται σε ζευγάρια […] Οπότε, εν αρχή ήταν η αντίθεση». Μια τέτοια παραλλαγή είναι, επί παραδείγματι, το «φανταστικό πρόθεμα», όπως φέρ’ ειπείν το στερητικό «ξε-», που μετατρέπει μια ξύστρα σε ξεξύστρα, μια κρεμάστρα σε ξεκρεμάστρα κι ένα κανόνι σε ξεκανόνι, το οποίο χρησιμεύει για να «ξεκάνει» τον πόλεμο αντί να τον κάνει. Καταπληκτικά κωμικά αποτελέσματα επιτυγχάνονται και μέσω της «εμψύχωσης των μεταφορών του λεξιλογίου», όπου παίρνεις τις μεταφορές κατά γράμμα και αναπτύσσεις μια ιστορία. Οι περισσότερες από τις ιστορίες είναι τόσο ευφυείς και διασκεδαστικές, ώστε σε κυριεύει μια ασυγκράτητη επιθυμία να τις διαβάσεις εις επήκοον όποιων τυχόν παρισταμένων, ενώ και ο συγγραφέας συχνά μιλά στο αναγνωστικό κοινό και κάποτε ζητά τη γνώμη του. Αλλοτε οι ιστορίες είναι αλληγορικές (με τρόπο, όμως, ώστε να βρίσκονται κοντά στα παιδικά βιώματα), άλλοτε ολοκληρώνονται με ένα επιμύθιο, άλλοτε τελειώνουν με μια ερώτηση και άλλοτε η μια ιστορία παραπέμπει στην άλλη σε ένα σύμπαν φανταστικό, κατοικημένο από συμβάντα, ενίοτε ημιτελή. Ποτέ, ωστόσο, δεν στρογγυλεύονται στις ιστορίες του (όπως ούτε και στις αυθεντικές λαϊκές) οι αιχμές, δήθεν λόγω της δημοσίας αιδούς (περιττωματικές ιστορίες) είτε για να καλυφθούν βίαια ένστικτα.
Ο Τζάνι Ροντάρι υπήρξε πρωτοπόρος σε πολλά ζητήματα: μίλησε (για) και, κυρίως, εφάρμοσε αμέτρητες φορές τη διακειμενικότητα και την υπερκειμενικότητα, χωρίς, βέβαια, να χρησιμοποιήσει τη συγκεκριμένη ορολογία, αλλά και χωρίς να παραβλέψει τις ασφαλιστικές δικλίδες που επιβάλλει ο χώρος: «Τα παιδιά, όσον αφορά τις ιστορίες, είναι αρκετά συντηρητικά. Θέλουν να τα ξανακούν με τα ίδια λόγια της πρώτης φοράς, για την ευχαρίστηση να τα αναγνωρίζουν […] Εχουν ανάγκη τη σειρά και τη σιγουριά: Ο κόσμος δεν πρέπει να απομακρυνθεί πάρα πολύ απότομα από τις ράγες» του· αλλά ούτε και πάρα πολύ αργά. Διότι ο Ροντάρι λάτρεψε και την ανατροπή (εκδοχή της είναι η λεγόμενη «σαλάτα παραμυθιών») στις ιστορίες του (αρκεί να έχει έρθει η σωστή στιγμή και τα παιδιά να είναι κατάλληλα προετοιμασμένα), καθώς πίστευε βαθιά (στηριζόμενος σε επιστημονικά συμπεράσματα) στις παιδευτικές και θεραπευτικές της ιδιότητες. Πολλοί/-ές συγγραφείς και παιδαγωγοί ανά τον κόσμο βασίστηκαν στις τεχνικές του και ακολούθησαν τις προτάσεις του· και έπραξαν άριστα.
Στην ελληνική κυκλοφορούν σε ποικίλες μεταφράσεις (εκ των πρώτων, εκείνες της Αλκης Ζέη) μια σειρά βιβλία και μεμονωμένες (αποσπασμένες, κυρίως, από τις συλλογές «Παραμύθια από το τηλέφωνο», «Παραμύθια σαν πλατύ χαμόγελο») ή ομαδοποιημένες ιστορίες (λ.χ., το «Ζωάκια χωρίς ζωολογικό κήπο» –επανέκδοση και πιστότερη απόδοση του παλαιότερου «Ζώα έξω απ’ το κλουβί»– περιλαμβάνει τα περισσότερα από τα «Παραμύθια του μικρού Αισώπου», της δεύτερης συλλογής), ενώ έχουν ελκύσει την προσοχή και τα έμμετρα, όπως τα ανά χείρας.
Για τον στιχουργημένο, ομοιοκατάληκτο («διότι τα παιδιά αγαπούν τα ευχάριστα επαναλαμβανόμενα ακούσματα») λόγο του ο Τζ. Ροντάρι προτιμούσε, αντί του «ποίηση», τους χαρακτηρισμούς «filastrocca/-cche (πληθ.)»=παιχνιδοτραγουδάκια ή «ποιήματα για γέλια» ή «ποιήματα κατά λάθος» (με τους δύο τελευταίους τίτλους έχουν συγκαταλεγεί αντίστοιχες ποιητικές ενότητες στο «Ο πλανήτης των χριστουγεννιάτικων ιστοριών») και χρησιμοποιούσε πάντοτε την καθημερινή γλώσσα, χωρίς μωρουδίσματα. Τα εδώ παρουσιαζόμενα βιβλία προέρχονται: το πρώτο από την εγκαινιάσασα τη βιβλιακή σταδιοδρομία του Τζ. Ροντάρι συλλογή «Filastrocche in cielo e in terra» («Παιχνιδοτραγουδάκια στη γη και στον ουρανό») και το δεύτερο από τη συλλογή «Il libro degli errori» («Το βιβλίο των λαθών»).
«Εξηγήστε μου τότε, σας παρακαλώ [με στίχους ή και σε πεζό]:/ Γιατί ο ουρανός/ είναι ένας και για όλα τα μάτια/ και η γη είναι μοιρασμένη/ σε κομμάτια;»
