Μία λέξη-κλειδί για την αντιπυρική πολιτική της κυβέρνησης είναι η «εκκένωση», εννοείται των απειλούμενων από τη φωτιά οικισμών (ή ακόμα και αεροπορικών βάσεων…) ώστε να μην υπάρξουν απώλειες.
Ασφαλώς οι ανθρώπινες ζωές μετρούν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αλλά, με τις εκατοντάδες χιλιάδες των στρεμμάτων που καίγονται κάθε χρόνο, με τη Ρόδο, τη Μαγνησία και παλιότερα την Εύβοια και την Αττική μισοκαμένες, με τόσες χιλιάδες ζώα και πουλιά χαμένα στις φλόγες, με καλλιέργειες, βιομηχανικές μονάδες και κατοικίες πυρπολημένες, με τους πυρόπληκτους να αγωνίζονται για την επιβίωση μέσα σε αποκαΐδια, αναρωτιέται κανείς μήπως αυτό το περίφημο δόγμα της εκκένωσης δεν είναι παρά ένας βολικός φερετζές που καλύπτει την εγκληματική ολιγωρία του καθεστώτος να προστατεύσει τη ζωή των πολιτών, εξασφαλίζοντάς τους την επιβίωση σε μια έρημη γη.
Εκκενώσεις, λοιπόν. Εάν η κατάσταση δεν ήταν απελπιστική στον τεφρό ερειπιώνα της πατρίδας, θα ανέφερα την πρώτη λέξη που μου ’ρχεται στο μυαλό όταν λέω «εκκενώσεις» – προφανώς είναι το «βόθρων», και οι σχετικές εικόνες που έρχονται συνειρμικά έχουν να κάνουν με οσμηρά βυτία, συνήθως διακοσμημένα με εικόνες ομορφιάς κι ελευθερίας – κυρίως άλογα που καλπάζουν και κοπέλες ελαφρά ντυμένες…
Εκκένωση σημαίνει, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, πρώτον, το άδειασμα χώρου, δοχείου, κ.λπ., ώστε να μείνει άδειο, και δεύτερον η εγκατάλειψη περιοχής ή κτιρίου για λόγους στρατηγικής ή ασφαλείας – ένα κτίριο εκκενώνεται μετά από τηλεφώνημα για βόμβα, ή ένα χωριό εκκενώνεται, ακόμα και βιαίως, όπως είδαμε τον τελευταίο καιρό, για να σωθούν οι άνθρωποί του. Εκκένωση έχουμε επίσης και στη Φυσική: είναι η ξαφνική διέλευση ηλεκτρικού φορτίου από ένα αγώγιμο σώμα σε άλλο. Υπάρχει και η ατμοσφαιρική εκκένωση, που σχετίζεται με τις αστραπές. Η εκκένωση παράγεται από το αρχαίο ρήμα «εκκενώ», από το «εκ+κενός», από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ken-, ο «άδειος».
Ο άδειος είναι μια σημαντική λέξη. Είναι αυτός που δεν περιέχει τίποτα, που δεν έχει καταληφθεί, δεν έχει συμπληρωθεί, αλλά κι αυτός που στερείται ουσιαστικού περιεχομένου και νοήματος – μιλάμε για κενές υποσχέσεις ή ελπίδες. Το «κενό γράμμα» είναι ο νόμος χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, που αναφέρεται σε καταστάσεις που πλέον δεν υπάρχουν.
Το κενό έχει κι ένα μεγάλο φιλοσοφικό υπόβαθρο. Ο Αριστοτέλης υποστήριζε πως η φύση αντιπαθεί το κενό – από αυτή την πεποίθηση προέκυψε το λατινικό «horror vacuiχ», ο τρόμος του κενού, που αποδόθηκε στα λατινικά ως κενοφοβία. Αυτή ορίζει, στην ψυχιατρική, τον νοσηρό φόβο που καταλαμβάνει κάποια άτομα όταν βρεθούν σε άδειο και εκτεταμένο χώρο. «Horror vacui» έχουμε και στα εικαστικά, όταν ολόκληρη η επιφάνεια ενός έργου τέχνης καλύπτεται από λεπτομερείς εικόνες, ώστε να μείνει ελάχιστο κενό.
Με την αριστοτελική άποψη περί κενού διαφώνησαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι της ατομικής θεωρίας, όπως ο Δημόκριτος, που θεωρούσε πως το κενό υπάρχει ως χώρος δίχως ύλη. Οι Ατομικοί φιλόσοφοι είδαν το κενό ως «ον», σε σχέση με τους προγενέστερους που θεωρούσαν το κενό ως «μη ον». Πίστευαν ορθώς πως σ’ αυτό το κενό περιέχεται άπειρος αριθμός αδιαίρετων μονάδων, τα άτομα, όπως αποδείχτηκε.
Στον ερημωμένο χώρο των εκκενωμένων υπό την απειλή της πυρκαγιάς χωριών υπήρχε ολόκληρη η ζωή των ατόμων που τα κατοικούσαν. Το παρελθόν και το παρόν τους. Τι μέλλον να έχουν τώρα;
—
? Ενα είναι το σχέδιο: εκκενώστε τη χώρα. Στην καταστροφική συνταγή των εκκενώσεων του 112 επιμένει ο Κυριάκος Μητσοτάκης
«Εφ.Συν.» 18.7.2023
