ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιασονας Τριανταφυλλίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από πολλά χρόνια, κοντά 30, η Μαίρη Χρονοπούλου με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε να τη βοηθήσω σε κάτι επαγγελματικό. Επειδή την αγαπούσα πάντα και την εκτιμούσα τη Μαίρη και την ήξερα ήδη κάποια χρόνια, χωρίς να το συζητήσω καν της έκανα αυτό που ζήτησε. Και βέβαια, επειδή είναι η δουλειά μου αυτή, όταν μου πρότεινε να με πληρώσει και μάλιστα γενναιόδωρα, της είπα να μην το ξανασκεφτεί αυτό γιατί εγώ ό,τι έκανα το έκανα για μια φίλη.

Πέρασαν 3-4 χρόνια και όταν ετοίμαζα το πρώτο βιβλίο μου την πήρα και της ζήτησα να μου διηγηθεί την κινηματογραφική της ζωή για τις ανάγκες του βιβλίου μου. «Βέβαια, όποτε θες. Πού να έρθω;» μου είπε αμέσως. «Οχι, βέβαια», της είπα, «δεν θα έρθεις εσύ. Εγώ θα έρθω να σε βρω όπου θέλεις». Η απάντησή της ήταν κοφτή και ξεκάθαρη: «Οχι, όταν σε χρειάστηκα ήσουν εκεί, αλλά τώρα που με χρειάζεσαι εσύ, πρέπει εγώ να ’ρθω».

Το γράφω αυτό όχι για να καμαρώσω για τη φιλία μου με μία τόσο δημοφιλή γυναίκα, αλλά για να πω ποια ήταν η Μαίρη Χρονοπούλου. Να πω πως πέρα από σταρ του σινεμά, πέρα από σπουδαία ηθοποιός του θεάτρου, ήταν μια πραγματική κυρία, μια πραγματικά σπουδαία φίλη, ένας βαθύτατα καλός άνθρωπος. Ηταν πραγματικά ξεχωριστή σε όλα η Μαίρη Χρονοπούλου. Τόσο γεμάτη χιούμορ όσο και σοβαρή· τόσο ανάλαφρη όσο και με εξαιρετικό ειδικό βάρος. Ουσιαστικά μορφωμένη και καλλιεργημένη και με αυτό που λέγεται «αστική αγωγή», στοιχεία που όμως δεν τα πρόβαλλε. Αντιθέτως, μπορούσε να έχει τον αέρα της γκραντ νταμ και τη διάθεση της θεότρελης φίλης. Ηταν συγχρόνως όλα και σε όλα ήταν τέλεια.

Παιδί πραγματικά καλής κολωνακιώτικης οικογένειας, γεννήθηκε στις 16 Ιουλίου του 1933, μεγάλωσε στο Κολωνάκι στην οδό Μαρασλή. Και πήγε στο θέατρο, χωρίς σπουδές, σαν ένα εξαιρετικό ταλέντο, όταν τη διάλεξε ο πολύ δύσκολος Δημήτρης Ροντήρης από το Λύκειο των Ελληνίδων για να συμμετάσχει στον Χορό του Εθνικού Θεάτρου – τότε που δεν έπαιζε ο οποιοσδήποτε στο αρχαίο δράμα, ούτε στους πρώτους ρόλους ούτε και στον Χορό. Και ήταν ο Ντίνος Δημόπουλος, βοηθός του Αλέξη Μινωτή στο Εθνικό αλλά και πετυχημένος σκηνοθέτης στη Φίνος Φιλμ, που τη διάλεξε από τον Χορό μαζί με τη Μάρω Κοντού –μικρά κορίτσια ακόμα τότε– για να εμφανιστούν ως κομπάρσοι στην ταινία «Χαρούμενο ξεκίνημα» και στο τραγούδι «Μα εγώ αγαπώ τη Λιάνα» που έλεγε ο Οικονομίδης.

Οσο ήταν στο Εθνικό η Δέσπω Διαμαντίδου και ο Καζής την έσπρωξαν στο Ελεύθερο Θέατρο. Και πράγματι, έπαιξε πρώτα στο θέατρο «Ακροπόλ» δίπλα στην περίφημη κυρία Κυβέλη (για την οποία η Μαίρη έλεγε τα καλύτερα), στο έργο των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου «Η κυρία περί της οποίας πρόκειται». Αμέσως μετά έπαιξε στο θέατρο «Βέμπο» με την άλλη πολυαγαπημένη της, τη Σοφία Βέμπο, στο έργο του Τραϊφόρου «Εν πλω».

Την ίδια εποχή έπαιξε και έναν μικρό ρόλο στο «Τελευταίο ψέμα» του Κακογιάννη στη Φίνος Φιλμ, μαζί με τον φίλο της από το Εθνικό, Νίκο Κούρκουλο – που τα κατοπινά χρόνια σχεδόν την επέβαλε σαν συμπρωταγωνίστριά του στις ταινίες και ήταν τόσο αγαπημένοι που εκείνη έλεγε χαριτολογώντας πως «όταν πεθάνω θέλω να γράψεις στον τάφο μου: Μαίρη Κούρκουλου – Χρονοπούλου».

Στα επόμενα 60 χρόνια, μέχρι να την καταβάλει μια σειρά από αρρώστιες στις οποίες φάνηκε πόσο λεβεντιά και αγωνίστρια ήταν, έπαιξε στο θέατρο από επιθεώρηση μέχρι σύγχρονο και κλασικό ρεπερτόριο και Αριστοφάνη και απ’ όλα – είχε ιδιαίτερη σχέση και αγάπη με τον Μίνωα Βολανάκη. Ενώ στο σινεμά υπήρξε για μια δεκαετία από τις πρωταγωνίστριες της Φίνος Φιλμ, αγαπημένη του Γιάννη Δαλιανίδη σε δράματα αλλά και σε μιούζικαλ.

Ξεχώρισε η παρουσία της στο «Μια κυρία στα μπουζούκια» και στο «Γοργόνες και μάγκες» όχι μόνο ερμηνευτικά αλλά ακόμα και στα τραγούδια του Πλέσσα όπως βέβαια τα «Του αγοριού απέναντι» και «Είμαι γυναίκα του γλεντιού», ξεχώρισε όμως και σε σπουδαία δράματα σαν το «Χωρίς ταυτότητα», με το οποίο ουσιαστικά ξεκίνησε την καριέρα της στη Φίνος Φιλμ, αλλά και τα «Παρελθόν μιας γυναίκας», «Οταν η πόλη πεθαίνει» κ.λπ. κ.λπ.

Ας μην ξεχνάμε όμως πως η Μαίρη Χρονοπούλου εκτός από αγαπημένη της Φίνος Φιλμ και του Γιάννη Δαλιανίδη ήταν συγχρόνως αγαπημένη και του Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Πρωταγωνίστησε σε δύο ταινίες του, στους «Κυνηγούς» και στο «Ταξίδι στα Κύθηρα», ενώ ταυτόχρονα ήταν από τους πρωταγωνιστές και στις δύο ταινίες του Βασίλη Γεωργιάδη «Κόκκινα φανάρια» και «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο», που έφτασαν στην υποψηφιότητα για Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας.

Είχε πρωταγωνιστήσει επίσης και στην πρώτης τους παρουσίαση στο θέατρο από τον Δαμιανό το 1962. Ας μην ξεχνάμε επίσης πως το 1987 για «Τα παιδιά της Χελιδόνας» του Κώστα Βρεττάκου, όπου ερμήνευε συγκλονιστικά τη «Φωτεινή», πήρε το πρώτο βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Και πως το 2021 τιμήθηκε με το Βραβείο Συνολικής Προσφοράς στα Βραβεία ΙΡΙΣ της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Η τελευταία σπουδαία ταινία που έκανε ήταν το «Προς την ελευθερία» του Χάρη Παπαδόπουλου. Στην τηλεόραση ανέλαβε με επιτυχία, μεταξύ άλλων πιο περιστασιακών εμφανίσεων, τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη σειρά του Νίκου Μουρατίδη «Μάνα είναι μόνο μία».

Οπως διαβάζετε, ήταν πλούσιο το επαγγελματικό βιογραφικό της Μαίρης Χρονοπούλου, όπως πλούσια ήταν και η ζωή της. Εκανε και έναν αποτυχημένο γάμο με τον πολιτικό Δήμο Μπότσαρη, έζησε μεγάλους έρωτες και είχε καλούς φίλους. Πέρασε όμως και πολλά προβλήματα με την υγεία της τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής της και ειδικά μετά το σοβαρό τροχαίο που είχε το 1999 – υπέστη απανωτές εγχειρήσεις και πολλά άλλα που δεν άξιζαν σ’ εκείνη που δεν έκανε ποτέ κακό σε άνθρωπο και, όπως μου είχε πει, το μόνο που ήθελε ήταν να τη θυμούνται σαν καλό άνθρωπο.

Ηταν απογοητευμένη από την Αριστερά τα τελευταία χρόνια: αν και από αστική οικογένεια, ήταν αριστερή, στον χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς, όπου όμως, όπως έλεγε, την απογοήτευσε ο Τσίπρας.

«Εφυγε» από ένα ατύχημα στο σπίτι της, το οποίο υπέστη την περασμένη Κυριακή, τη μέρα που είχε ρεπό η γυναίκα που είχε μόνιμα στο σπίτι, όταν σηκώθηκε να πιει νερό γλίστρησε και έπεσε μπρούμυτα στις πλάκες… Εμεινε διασωληνωμένη μέχρι χθες, που δεν άντεξε πια η καρδιά της και μας αποχαιρέτισε αφήνοντάς μας υπέροχες αναμνήσεις.