«Ομορφη πόλη· κάποιες φορές δεν χρειάζεται καν να αναφέρεις το όνομά της. Αρκεί το “όμορφη πόλη” και από δίπλα το τραγούδι, αυτό που ο Μίκης Θεοδωράκης στους στίχους του αδερφού του Γιάννη της χάρισε στους “Λιποτάκτες’. Και τα Χανιά ταξίδεψαν στα μήκη και τα πλάτη της γης…».
Αυτήν την πόλη την παλίμψηστη, την αγαπημένη, θέλησαν να κρατήσουν μέσα στις σελίδες του βιβλίου «Χανιά, όμορφη πόλη», όπως σημειώνουν στον πρόλογό τους, η συγγραφέας Νίκη Τρουλλινού, η φωτογράφος Ενη Κούκουλα και ο εκδότης Ματθαίος Φραντζεσκάκης. Ογδόντα ένα κείμενα που επέλεξε με επιμονή και υπομονή η Χανιώτισσα Νίκη Τρουλλινού, σελιδοδείκτες μνήμης και λογοτεχνίας από τον Ομηρο και τον Ηρόδοτο έως τον Μπενέτο Μόρο και τη βαρόνη Σβαρτς, από τον Τζάνε Μπονιαλή ώς τη Μάρω Δούκα και τον Τίτο Πατρίκιο.
Αποσπάσματα από διηγήματα, μυθιστορήματα, ταξιδιωτικές μαρτυρίες, ποιήματα, άρθρα, μία περιδιάβαση μέσα από τις λέξεις και διασχίζοντας δυόμισι χιλιάδες χρόνια έχοντας συντροφιά τις μαυρόασπρες και έγχρωμες φωτογραφίες που τράβηξε ειδικά για την έκδοση η Ενη Κούκουλα, αιχμαλωτίζοντας οικείες αλλά και απρόσμενες όψεις.
«Τελικά, τι είναι εκείνο που έφτιαξε τον μύθο της όμορφης πόλης; Δεν ξέρω να απαντήσω», σημειώνει η Νίκη Τρουλλινού, «ξέρω μόνο να χάνομαι στα σοκάκια του Τοπανά, να περνάω απέναντι τη Χάληδων στον Λαβύρινθο γύρω από την Τριμάρτυρη και τον λόφο του Καστελλιού, να “πορίζω” στα στενά γύρω από το Πηγάδι του Τούρκου, ώς την Σπλάντζια, και τους Αγίους Αναργύρους ώς τις κάποτε παράγκες των προσφύγων στον προμαχώνα της Αγίας Λουκίας, τεντωμένα τα αυτιά να ακούνε ιστορίες, ιστορίες και προσευχές, των πιο διαφορετικών ανθρώπων, στις πιο διαφορετικές γλώσσες, ξέροντας πάντα, σε κάθε στιγμή που οι δρόμοι με πνίγουν, πως νά, βγήκαμε κιόλας στη θάλασσα. Από τη Νέα Χώρα στο παλιό λιμάνι, στην Πύλη της Αμμου σύρριζα στο κύμα, παρακάμπτοντας και ξανασυναντώντας το συνεχώς, άλλοτε τρυφερό και άλλοτε εκδικητικό, ώς την Αγιά Κυριακή. Και το νερό, σε απίστευτες αποχρώσεις, σε όλες τις εκδοχές του καιρού και τις διαθέσεις των εποχών, περιμένει πάντα στο σύνορο».
Ακόμα και όσοι γνωρίζουν τα Χανιά, θα ανακαλύψουν άγνωστες πτυχές, παλιές ιστορίες, ενδιαφέρουσες επισημάνσεις στο βιβλίο που κυκλοφόρησε από την ΠΕΚ-Πυξίδα της Πόλης, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων. Η συγγραφέας αρχίζει με την αρχαία ονομασία και την Οδύσσεια του Ομήρου, που αναφέρει πως στην Κρήτη «κατοικούν οι Κύδωνες», ο Ηρόδοτος γράφει ότι οι Σάμιοι υπήρξαν ιδρυτές αυτής της πόλης, ο Χριστόφορος Μπουαντελμόντι υποστηρίζει ότι το όνομα της Κυδωνίας προέρχεται από το πλήθος των κυδωνιών.
Στην απογραφή του 1583 του Καστροφύλακα βλέπουμε πως ο πληθυσμός ανέρχεται σε 7.499 κατοίκους – ευγενείς Βενετοί, ευγενείς Κρητικοί, γυναίκες και παιδιά Ιταλών στρατιωτών, Εβραίοι, κ.ά. Το κατηγορητήριο του ιπποτικού τάγματος, σύμφωνα με τον Σπ. Ζαμπέλιο, περιλαμβάνει και καταγγελίες για κλοπές από επιφανείς Χανιώτες, «την άλλη μέρα από κάθε γάμο, γλέντι ή βαφτίσι, όπου στ’ ασημικά της οικοδέσποινας παρουσιαζόταν ένα σημαντικό κενό». Ο Ονόριο Μπέλι περιγράφει τον τρομερό σεισμό του 1596, «έτρεμε φρικαλέα η γη, έβραζε η θάλασσα, τα σπίτια έσκαζαν…» και ο Μπενέτο Μόρι αναφέρει πως το 1602 «στο λιμάνι υπάρχουν δεκαεπτά θόλοι, ταρσανάδες», ενώ ο Τζουάνες Παπαδόπουλος παρατηρεί πως τον 17ο αιώνα «οι κάτοικοι έδιναν μεγάλη έμφαση στα ζητήματα τιμής, ιδίως οι ευγενείς, εκ φύσεως ευέξαπτοι και τραχείς στην ομιλία τους, ανένδοτοι σε θέματα ιεραρχίας, έτοιμοι ν’ αρπάξουν τα όπλα με το παραμικρό».
Ο Franz W. Seiber αντίκρισε το 1817 «ένα πλοίο από την Τριπολίτιδα (της Λιβύης) έφτασε μεταξύ άλλων εδώ στο λιμάνι των Χανίων, στα αμπάρια του οποίου υπήρχαν περί τους πενήντα (50) Νέγροι, οι οποίοι γρήγορα απεβιβάσθησαν από το πλοίο και επωλήθησαν μεμονωμένως σε διάφορους ντόπιους Τούρκους για να τους υπηρετούν στα σπίτια τους».
Γραμμένη γλαφυρά η μαρτυρία του Μίκη Θεοδωράκη («Οι δρόμοι του Αρχάγγελου») για τον παππού του Μιχαήλ που είχε το ραφείο του απέναντι από το δικηγορικό γραφείο του Ελευθέριου Βενιζέλου, «στον ανηφορικό δρόμο που οδηγεί απ’ το Σιντριβάνι προς το Παλιό Διοικητήριο, όπου είχε το γραφείο του ο Πρίγκηψ Γεώργιος». Από το ποίημα «Παλίμψηστη Πόλη» του Νικόλα Κακατσάκη στα «Στιβανάδικα» όπου οι κατασκευαστές των κρητικών υποδημάτων (στιβανιών) είχαν τα μαγαζιά τους και στα πρώτα σινεμά του 1902 με τους πλανόδιους κινηματογραφιστές, όλα βρίσκουν τη θέση τους στο βιβλίο.
Οι φυλακισμένοι με επιστολή τους το 1915 φωνάζουν «θα πεθάνωμεν της πείνης», ο Γιάννης Ρίτσος από το Φθισιατρειο του Αγίου Ιωάννη Χανίων όπου μεταφέρθηκε τον Δεκέμβριο του 1929 κάνει ρομαντικές σκέψεις και ο Γιάννης Τζεδάκης προσπαθεί να πείσει το 1964 τον τότε δήμαρχο για ανασκαφές που απέδειξαν ότι οι Μινωίτες είχαν επεκταθεί σε όλο το νησί. Ο Κώστας Καρυωτάκης, πάλι, στην ανταπόκρισή του για το περιοδικό «Ελλάς», το 1912 επισημαίνει πως «η πόλις των Χανίων, η πρωτεύουσα της ηρωικής Κρήτης, παρέχει εντύπωσιν πόλεως καθαρώς Τουρκικής…», ενώ του αρέσει η οδός Χαλέπας που «οδηγεί εις το ομώνυμον μαγευτικόν προάστειον» και «εν αυτή ευρίσκονται πάντα τα Προξενεία των Ευρωπαϊκών Κρατών».
Από την πολυσέλιδη έκδοση δεν λείπουν οι ιδιαίτερες αναφορές στα Χανιά, στα έργα της Μάρως Δούκα, της Ιωάννας Καρυστιάνη, της Ρέας Γαλανάκη, του Τίτου Πατρίκιου, του Γιάννη Κιουρτσάκη, αλλά και του Γιώργου Σεφέρη και του Αντόνιο Ταμπούκι. Η Νίκη Τρουλλινού συμμετέχει με απόσπασμα από το διήγημά της «Η αλήθεια της θείας».
