To ελληνικό μπάσκετ των μαγικών δεκαετιών 1980 και 1990 περικλείεται ολόκληρο σε μία λίστα ονομάτων τα οποία συμβολίζουν όλα του τα σπουδαία επιτεύγματα, αλλά και που ενσαρκώνουν τις προσπάθειες του συνόλου των ανθρώπων που καταπιάστηκαν με το άθλημα. Από τους «πρώτους» μέχρι τους «έσχατους». Μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως εκείνες ήταν οι εποχές της εδραίωσής του στα μαζικά υποσυνείδητα, με όρους πρωτοφανείς για τα ελληνικά δεδομένα του τότε, αλλά και με μία γενική στάμπα που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της στο ίδιο το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Η Lady Hope εντάσσει με δέος το όνομα του μεγάλου και σπουδαίου Γιάννη Ιωαννίδη σε αυτή την περίοπτη λίστα των ονομάτων που (θα) καθρεφτίζουν για πάντα την άνθηση του ελληνικού μπάσκετ στα κρίσιμα εκείνα χρόνια.
Όσον αφορά στην πρόσφατη βιολογική χροιά της απώλειας του Γιάννη Ιωαννίδη δύο πράγματα μιλάνε, για την ακρίβεια κραυγάζουν…, την αξία του ανδρός και την επιδραστικότητα των πεπραγμένων του. Η αίσθηση που άφησε σε όλους όσους έζησαν και καταλάβαιναν τον κόσμο στους καιρούς της προπονητικής του καριέρας και οι αξέχαστες εμπειρίες όσων τον συναναστράφηκαν και γνώρισαν όλες τις πτυχές ενός χαρακτήρα που περιείχε πολλές εκφάνσεις. Ορισμένες αρκετά αμφιλεγόμενες, αλλά όλες τους σαν προεκτάσεις του γήινου, επομένως και του πραγματικού.
Ο καθένας μας έχει τη δική του «σχέση» μαζί του. Εγώ τον «πρωτογνώρισα» τηλεοπτικά γύρω στο 1987, λίγο πριν τον τελικό Κυπέλλου Ελλάδας του Άρη με τον Πανελλήνιο. Και πρώτη φορά «βρέθηκα» μαζί του δια ζώσης στο γήπεδο σε έναν αγώνα της ΑΕΚ στην πρώτη του χρονιά στον πάγκο της Ένωσης με το Περιστέρι στο ΟΑΚΑ (είχε μάλιστα κάνει η ΑΕΚ αν θυμάμαι καλά σε εκείνο το παιχνίδι της την πρώτη της ήττα στη σεζόν, χωρίς να πιστεύει κάποιος πως έφταιγα εγώ γιατί αλλιώς θα έπεφτε απαγορευτικό εισόδου…). Όμως, αν το συνειδητοποιήσουμε, για τους ανθρώπους της γενιάς μας τα μπασκετικά μας αποθηκευτήρια περιέχουν τόσο Γιάννη Ιωαννίδη που θα τον διατηρούμε όλοι, και ο καθένας και η κάθε μία ξεχωριστά, για πάντα μέσα μας ως έναν από τους πιο επιδραστικούς μπασκετανθρώπους που πέρασαν από τον ελλαδικό χώρο.
Έκανε πολλά. Έφερε τον Γκάλη δίπλα στο Γιαννάκη, οδήγησε τον Άρη μία ανάσα από την κορυφή της Ευρώπης, τον Ολυμπιακό ακόμα πιο κοντά, την ΑΕΚ το ίδιο… Ανταγωνίστηκε ευθέως τους κορυφαίους σε διεθνές επίπεδο και κέρδισε την εκτίμηση και το σεβασμό τους. «Υποχρέωσε» αμέτρητους ανθρώπους να στηθούν μπροστά από μία οθόνη, ένα ραδιοφωνάκι, ένα εκδοτήριο εισιτηρίων, ένα περίπτερο, ενώ έστειλε πάρα πολλούς ακόμα και στο αεροδρόμιο. Μα, αλήθεια, είναι δυνατόν να θεωρήσουμε το γεγονός πως δεν πήρε το Κύπελλο Πρωταθλητριών πως αλλοιώνει σε κάτι την προπονητική του αξία και τη σημασία των πεπραγμένων του; Πιστεύει κάποιος πως φερ΄ειπείν η τρίτη και η δεύτερη θέση στην Ευρώπη είναι αίτιο κάποιου προβληματισμού ή όψιμης αναζήτησης στοιχείων κάποιας υποθετικής «λουζεριάς»; Ο Γιάννης Ιωαννίδης ήξερε να νικάει, ζούσε για να νικάει, άσχετα αν κάποιες φορές οι τρόποι που επιστράτευε άφηναν άφωνους και αμήχανους εξίσου τα θύματα με τους δικούς του συμπαραστάτες. Εξάλλου, τα όποια λάθη του τα πλήρωνε πρωτίστως ο ίδιος…
Πραγματικά μεγάλος και σπουδαίος, λοιπόν. Χωρίς πολλά λόγια, απλά (σχήμα λόγου αυτό το απλά…) ο Γιάννης Ιωαννίδης. Ολόκληρος ένα μάθημα για πολλά, όχι μόνο αθλητικά. Μεγάλο τον έκανε και η λατρεία των εκάστοτε οπαδών του και το μίσος των εχθρών του. Γιατί έλαβε και από τα δύο σε μεγάλες δόσεις, όπως μόνο οι μεγάλοι και οι σπουδαίοι. Σε κάθε περίπτωση, η τεχνοτροπία του ήταν αποκλειστικά και μόνο όλη δική του, όπως και η αξιοσημείωτη υστεροφημία του… Από την υστεροφημία, βέβαια, θα δανειστεί ένα μερίδιο και το ίδιο το ελληνικό μπάσκετ γιατί θα το χρειαστεί (και αυτό…) στα ταξίδια του στις ταραγμένες θάλασσες του μέλλοντος. Γιατί δίπλα σε όλα τα άλλα, πάντα υπήρχε και η αδιαμφισβήτητη και πολύπλευρη-πολυμήχανη ικανότητά του. Πολλοί αναρωτιούνται: διάβολος ή άγιος; Για μένα, ένας άγιος που ήξερε να χρησιμοποιεί τους διαβολικούς τρόπους, τόσο πολύ μεθοδικά που έκανε την αγιότητα πιο γήινη από ποτέ…
