Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με ένα μακροσκελές κείμενό τους 35 μέλη και στελέχη της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ, στηρίζουν την υποψηφιότητα του Ευκλείδη Τσακαλώτου, καταθέτουν τις δικές τους απόψεις για την επόμενη ημέρα στο κόμμα και τη ριζοσπαστική Αριστερά.

Αναλυτικά:

Πέρασαν 11 ολόκληρα χρόνια από την εκλογική εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ το 2012. Έντεκα χρόνια πυκνού πολιτικού χρόνου, έντεκα χρόνια γεμάτα νίκες, περηφάνεια αλλά και ήττες και απογοητεύσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα μικρό τότε κόμμα της Αριστεράς, έφτασε να γίνει κυβέρνηση όχι επειδή ο κόσμος ήθελε ένα νέο ΠΑΣΟΚ με άλλα πρόσωπα, αλλά επειδή απαιτούσε μια βαθιά πολιτική αλλαγή. Βίωσε τα αδιέξοδα του καπιταλισμού, κουράστηκε από ψεύτικες υποσχέσεις, είδε τη ζωή του να καταστρέφεται μέσα στη κρίση. Εκείνη τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε τη μόνη πολιτική δύναμη με ένα εναλλακτικό όραμα για την ελληνική κοινωνία και τη διαχείριση της κρίσης, το οποίο διεκδικούσε και καθημερινά στους μικρούς και μεγάλους αγώνες. Μετά από πολλαπλές εκλογικές ήττες το κόμμα σήμερα φαίνεται αποπροσανατολισμένο. Στην προσπάθεια του να μιλήσει σε όλους δείχνει αμηχανία στο τι να πει και τι να κάνει. Η αναζήτηση νέου προσανατολισμού, απαιτεί έναν ειλικρινή απολογισμό για το πως φτάσαμε ως εδώ και ένα νέο πολιτικό πλαίσιο που θα ανταποκρίνεται στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες.

Πως φτάσαμε ως εδώ

Πρώτο βήμα είναι να σταματήσουμε να εξωτερικεύουμε τις αιτίες της ήττας. Πράγματι, το κόμμα αντιμετωπίζεται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ με συστηματικό αποκλεισμό και κυρίως με προπαγανδιστικού τύπου αλλοίωση των θέσεων του. Αυτός ο «πόλεμος» όμως δεν είναι ούτε καινούριος, ούτε ελληνική εξαίρεση. Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και άλλα αριστερά εγχειρήματα ξεπέρασαν το μονομπλοκ των κυρίαρχων Media με την ανάπτυξη δικών τους καναλιών επικοινωνίας, απευθείας με τις ομάδες που εκπροσωπούσαν: στο δρόμο, στις πλατείες και τα δίκτυα αλληλεγγύης. Εξωτερίκευση των αιτιών της ήττας γίνεται επίσης όταν κατηγορούνται άλλες πολιτικές δυνάμεις (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΜΕΡΑ25) για την μη ευθυγράμμιση με το δικό μας σχεδιασμό, λες και ήταν υποχρεωμένες, ή ακόμα χειρότερα όταν στοχοποιείται συνωμοσιολογικά μία μερίδα του κόμματος ότι μπλόκαρε μια a priori για κάποιο λόγο πετυχημένη στρατηγική. Τέλος, σημάδι εξωτερίκευσης της ήττας είναι η επίθεση στο ίδιο το εκλογικό σώμα, κατηγορώντας το ότι δεν αντιλαμβάνεται τα συμφέροντά του, χωρίς όμως να κάνουμε εμείς την αυτοκριτική μας. 

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από αυτή. Το 2019 ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε μεν εκλογικά, με ένα όμως εκλογικό ποσοστό επιβράβευσης των προσπαθειών του κατά την κυβερνητική περίοδο. Παρά την ήττα, οι δεσμοί με τα λαϊκά στρώματα παρέμειναν ισχυροί. Το 2023 η ήττα ήταν συντριπτική. Από την ήττα του 2019 στην δεύτερη ήττα του 2023, ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε 850.000 ψηφοφόρους. Η εκλογική αποσυσπείρωση προσανατολίστηκε προς όλες τις κατευθύνσεις: προς τα αριστερά, προς τα δεξιά και κυρίως προς την αποχή. Το κόμμα φάνηκε να μη μπορεί να διαβάσει τα σύγχρονα κοινωνικά ερωτήματα και να μη ξέρει το ίδιο που θέλει να πάει και ως εκ τούτου να μη μπορεί να πείσει τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία.

Το βασικό έλλειμα στη στρατηγική εντοπίζεται στο ότι δεν μπόρεσε να εκφράσει ένα συνολικότερο όραμα για την ελληνική κοινωνία μακροπρόθεσμα. Η πολιτική του κόμματος προσανατολίστηκε στο όνομα μιας υποτιθέμενης πολυσυλλεκτικότητας και οι προγραμματικές προτάσεις σε έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή διαφορετικών ιδεολογικών και ταξικών αναφορών, χωρίς να συναρθρώνονται σε ένα όραμα για το που θέλουμε να βρεθεί η ελληνική κοινωνία σε 15 χρόνια. Από μετασχηματιστική δύναμη που «διευρύνει τη σφαίρα του εφικτού» μετατράπηκε το κόμμα σε έναν καλύτερο διαχειριστή της υφιστάμενης κατάστασης. Η αποσπασματικότητα οδήγησε πολλές φορές και σε θέσεις αντιφατικές: δεν μπορείς να αναζητάς πολιτικές ευθύνες για το ναυάγιο στη Πύλο και την ίδια στιγμή να στηρίζεις τον φράχτη του Έβρου που οδηγεί τις προσφυγικές ροές στα θαλάσσια σύνορα· δεν μπορείς να καταγγέλλεις την αστυνομική αυθαιρεσία και την ίδια στιγμή να ψηφίζεις μπόνους επιβράβευσης για τη συνεισφορά της αστυνομίας στο κοινωνικό σύνολο · δεν μπορεί να συζητάς για οικολογικό μετασχηματισμό και να υπερασπίζεσαι εξορύξεις. 
Τέλος, αυτός ο πόλεμος θέσεων δεν συνοδεύτηκε από μαχητική αντιπολίτευση στο δρόμο, πολλές φορές και ως αποτέλεσμα της πολιτικής αμηχανίας μας. Η επιλογή της ήπιας προγραμματικής διακηρυκτικής αντιπολίτευσης, χωρίς όξυνση των κοινωνικών συγκρούσεων, με πρωτοβουλίες εντός της κοινωνίας, όξυνε το έλλειμα εμπιστοσύνης καθώς η εφαρμογή διακηρυκτικών εξαγγελιών μετατίθενται στο μακρινό μέλλον, χωρίς να διεκδικούνται σε χρόνο ενεστώτα αλλά και στέρησε και τη δυνατότητα να κριθεί το ίδιο το περιεχόμενο των προγραμματικών διακηρύξεων σε κοινωνικό επίπεδο. Το θολό πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα και η απόσυρση από το κοινωνικό, οδήγησαν το κόμμα σε περαιτέρω θωράκιση απέναντι σε κάθε τι εξωγενές και στην αδυναμία του να μάθει το κόμμα πραγματικά από τη κοινωνία. 

Όλες αυτές οι πολιτικές αδυναμίες αποκρυσταλλώθηκαν εν τέλει και στον οργανωτικό μετασχηματισμό του κόμματος. Η διεύρυνση έλαβε χώρα κυρίως «από τα πάνω» με μεταγραφές στελεχών και μηχανισμών μιας απονομιμοποιημένης κεντροαριστεράς (ΠΑΣΟΚ) και κεντροδεξιάς (ΝΔ), χωρίς κοινωνική βάση. Δεν αποτέλεσε προϊόν κοινωνικής και κινηματικής ζύμωσης αλλά μια γραφειοκρατική συγκόλληση, γεγονός που συνέβαλε ακόμα περισσότερο στο έλλειμα αξιοπιστίας του κόμματος. Στη βάση αντιθέτως, υπήρχαν χιλιάδες υποστηρικτές και ψηφοφόροι του κόμματος που δέχτηκαν το κάλεσμα διεύρυνσης και αποτέλεσαν πλούτο για το κόμμα, αλλά λόγω απουσίας πολιτικού πλαισίου δράσης γρήγορα αποσυσπειρώθηκαν. Οι οργανωτικές αλλαγές μετά την εφαρμογή του νέου καταστατικού δεν φάνηκε να ενισχύουν τη συμμετοχή ούτε στις διαδικασίες, ούτε στη κοινωνική μας παρέμβαση και στις εκλογές, ενώ πολλές καινοτόμες ιδέες, όπως η αξιοποίηση τεχνολογικών εφαρμογών (isyriza) για συμμετοχή σε διαβουλεύσεις και εσωτερικά δημοψηφίσματα, έμειναν στα χαρτιά.

Το γεφύρωμα των πολιτικών και οργανωτικών αντιφάσεων μπόρεσε να επιτευχθεί μόνο βραχυπρόθεσμα, μέσα από την ενότητα στο πρόσωπο του προέδρου και στην ικανότητα του να απευθύνεται αδιαμεσολάβητα  σε ευρύτερα ακροατήρια. Ήδη από το 2015 το βάρος της παραγωγής πολιτικής (και στελεχών) πέρασε από το κόμμα στα υπουργικά επιτελεία απομακρυνόμενο από την κοινωνική βάση και τα μέλη. Η ειλικρινής προσπάθεια αυτοκριτικής για εκείνη την περίοδο που αποτυπώθηκε και στον απολογισμό της κεντρικής επιτροπής (2019) δεν φάνηκε να αλλάζει κάτι. Αντίθετα, μετά την ήττα του 2019 το κέντρο εξουσίας και λήψης αποφάσεων ανεξαρτητοποιήθηκε ακόμα περισσότερο σε ανώτερα κλιμάκια και παράλληλα ή άτυπα όργανα, ενώ τα ενδιάμεσα όργανα και οι οργανώσεις βάσης μετατράπηκαν σε μη βουλευόμενα όργανα, που επικυρώνουν προειλημμένες αποφάσεις, ολοκληρώνοντας και τον οργανωτικό μετασχηματισμό του κόμματος. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το συνέδριο που αδυνατούσε να συζητήσει και να ψηφίσει (!) τροπολογίες ή η κεντρική επιτροπή χωρίς τοποθετήσεις την επομένη την εκλογών. Νέα και παλιά μέλη μετατράπηκαν σε απλούς υποστηρικτές του κόμματος χωρίς πεδίο πραγματικής πολιτικής ζύμωσής και αντιπαράθεσης. Άλλωστε και στο πρόσφατο διαρκές συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ όλοι οι σύνεδροι και τα μέλη δεν είχαν κανένα άλλο ρόλο πέρα από του παρατηρητή – χειροκροτητή.

Για μια νέα κοινωνική συμμαχία 

Ο σχεδιασμός της επόμενης μέρας απαιτεί μια ανάγνωση της πραγματικότητας και καθορισμό των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων που θέλουμε να εκπροσωπήσουμε. Στην Ελλάδα σήμερα 6 στους 10 μισθωτούς αμείβονται με μισθό μέχρι 1000 ευρώ, ενώ 8 στους 10 αμείβονται με μισθό έως 1500 ευρώ, ενώ την ίδια στιγμή το πλουσιότερο 1% κατέχει τον ίδιο πλούτο με το φτωχότερο 50%. Η  γενική τάση δείχνει ότι την δεκαετία της κρίσης έλαβαν χώρα μια βαθιά εξίσωση μεσαίων και κατώτατων στρωμάτων προς τα κάτω, ένταση της ταξικής πόλωσης και κατακερματισμός του μεσαίου χώρου. Αυτό κάνει εφικτή μια κοινωνική συμμαχία μεταξύ εργατικών, λαϊκών και μέρους των μεσαίων στρωμάτων μέσω της συνένωσής τους σε ένα εναλλακτικό πολιτικό όραμα. Αυτό απαιτεί έναν νέο ριζοσπαστισμό. Όχι επειδή ικανοποιεί ένα αριστερό ταυτοτικό φαντασιακό αλλά επειδή αυτό ανταποκρίνεται στην πολιτική έκφραση της κοινωνικής πόλωσης. Η ριζοσπαστική πολιτική έχει να κάνει με το περιεχόμενο της, που προσφέρει άμεσες λύσεις στο σήμερα και οι οποίες αποτελούν τμήματα ενός οράματος για το που θέλουμε να πάμε μακροπρόθεσμα. Η ριζοσπαστική πολιτική έχει να κάνει όμως και με τον τρόπο παρέμβασης και σύνδεσης με τα συγκεκριμένα στρώματα.

Συντεταγμένες μια ριζοσπαστικής πολιτικής 

Η ίδια η πραγματικότητα και οι κοινωνικές ανάγκες, μας δείχνουν σε πρώτο χρόνο τις συντεταγμένες ενός νέου πολιτικού πλαισίου που θα καταστίσουν εφικτή την κοινωνική συμμαχία. Το κοινωνικό ζήτημα οφείλει να παραμείνει στο επίκεντρο της πολιτικής παρέμβασης του χώρου αλλά με νέες αναλύσεις για την ιδιαίτερη μορφή που λαμβάνει σήμερα στη χώρα. Το εργασιακό τοπίο χαρακτηρίζεται σήμερα από χαμηλούς μισθούς, έντασης και κακής ποιότητας εργασία και κατακερματισμό των εργασιακών σχέσεων. Αυτά έρχονται να ενισχυθούν από την κρίση κατοικίας, από την αύξηση των τιμών, την διάλυση του κοινωνικού κράτους και κάθε είδους δικτυού συλλογικής προστασίας. 

Επιπλέον, η ελληνική πολιτική σκηνή, συμπεριλαμβανομένης και της αριστεράς, δεν έχει συνειδητοποιήσει δυστυχώς ακόμα την κρισιμότητα της κλιματικής κρίσης, επιπτώσεις της οποίας βιώνουμε ήδη τα τελευταία χρόνια μέσω των πυρκαγιών και των πλημυρών σε ολόκληρη την επικράτεια. Σχέδια για έναν πράσινο καπιταλισμό φαίνεται ότι ως τώρα απλά μεταθέτουν τις συνέπειες χρονικά στο μέλλον και γεωγραφικά στο νότο χωρίς να επερωτούν το μοντέλο παραγωγής που είναι η βασική αιτία της κλιματικής κρίσης. Ακριβώς σε αυτό το σημείο ανοίγεται το πεδίο για την αριστερά για μια ριζική κριτική και εναλλακτική πολιτική που επανασχεδιάζει τον τρόπο παραγωγής, κατανάλωσης και ζωής. 

Ακόμα, η παλινόρθωση της ακροδεξιάς των τελευταίων δεκαετιών έχει θέσει στο στόχαστρο κοινωνικές ομάδες που ήδη βιώνουν κοινωνικούς αλλά και θεσμικούς αποκλεισμούς. Διακρίσεις, βία και εκμετάλλευση βασισμένες στην έμφυλη και σεξουαλική ταυτότητα, την καταγωγή ή το θρήσκευμα εκφράζονται ρητά ή άρρητα καθημερινά. Η αριστερά όχι μόνο δεν μπορεί να κάνει ούτε μισό συμβιβασμό σε τέτοιου είδους ζητήματα αλλά οφείλει να (ξανά)γίνει το κόμμα πολιτικής έκφρασης, πολιτικής κινητοποίησης και θεσμοθέτησης δικαιωμάτων. 

Αυτές οι αρχικές συντεταγμένες (επιπλέον όπως ο πόλεμος, η ψηφιοποίηση κ.α. μένουν να συζητηθούν την επόμενη περίοδο) δεν αποτελούν ανεξάρτητες σφαίρες πολιτικής αλλά οφείλουμε να τις βλέπουμε ως σύνολο. Οι ευθύνες για την κλιματική κρίση, για παράδειγμα, βαραίνουν δυσανάλογα τις κοινωνικές τάξεις αλλά και έχουν διαφορετικές συνέπειες για αυτές. Αντίστοιχα στην εργασία, στην οικονομία φροντίδας, η ταξική ανισότητα διασταυρώνεται με ταυτότητες φύλου και καταγωγής κ.ο.κ. 

Η πολιτική παρέμβαση του κόμματος πρέπει να χαρακτηρίζεται από βαθιές τομές αλλά και μια ολιστική πολιτική που συμπεριλαμβάνει το σύνολο των πεδίων. Μια καλύτερη διαχείριση της υφιστάμενης κατάστασης μέσω της αγοράς ούτε μπορεί να είναι αποτελεσματική, ούτε δημιουργεί όραμα βάσει του οποίου θα στηθεί η κοινωνική συμμαχία που επιδιώκουμε. Αυτός είναι και ο λόγος της κρίσης της σοσιαλδημοκρατίας και των μετριοπαθών προοδευτικών κομμάτων παγκοσμίως. 

Αντιθέτως, απαιτείται ριζοσπαστική πολιτική που τα αποτελέσματά της θα είναι ορατά σε χρόνο ενεστώτα και θα αποτελούν ψηφίδες μιας μελλοντικής κοινωνίας. Μια ταξικά προσανατολισμένη πολιτική που ρυθμίζει προς όφελος του εργαζόμενου τις εργασιακές σχέσεις, αυξάνει δραστικά τους μισθούς και μειώνει το χρόνο εργασίας, που θέτει απαγορεύσεις στην βραχυχρόνια μίσθωση, ρίχνει τις τιμές των ενοικίων και επανασχεδιάζει και ενισχύει το σύστημα κοινωνικής προστασίας· Μια περιβαλλοντική πολιτική με κοινωνικό πρόσημο που μιλάει για δωρεάν και ασφαλές μεταφορές με ΜΜΜ, ενεργειακές κοινότητες πέρα από τα ενεργειακά μονοπώλια, που θέτει όρια στην πολυτελή και ρυπογόνα κατανάλωση αλλά και δίνει κίνητρα σε συνεταιριστική και οικολογική παραγωγή· Μια δικαιωματική πολιτική που με όρους σοκ έρχεται να θεσμοθετήσει ίσα δικαιώματα για όλους και όλες μακριά από κάθε είδους διάκριση. Όλα αυτά μπορούν να συναρθρωθούν σε ένα μακροπρόθεσμο όραμα μιας πλουραλιστικής κοινωνίας, οργανωμένη γύρω από τις αξίες της αλληλεγγύης, της δημοκρατίας και οικολογίας και να διαμορφώσουν από τα κάτω ένα νέο παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο. 

Έχοντας λοιπόν έναν καθαρό πολιτικό προσανατολισμό οφείλουμε να παλέψουμε για τις θέσεις μας όχι μόνο σε επίπεδο εκφώνησης αλλά μέσα στους κοινωνικούς χώρους που ζούμε, εργαζόμαστε, σπουδάζουμε. Στα σωματεία, στους φοιτητικούς και πολιτιστικούς συλλόγους, σε συνελεύσεις γειτονιάς. Οφείλουμε όμως να πρωτοστατήσουμε και στη δημιουργία νέων χώρων που φτιάχνουν πεδία πολιτικής παρέμβασης και λύσεις στο σήμερα, όπως πρωτοβουλίες για τα ενοίκια και την μαύρη εργασία, δίκτυα αλληλεγγύης, παραγωγικούς συνεταιρισμούς. Η συμμετοχή αυτή στις κοινωνικές διεργασίες και στα κοινωνικά κινήματα θα μας μπολιάσει με νέα ερωτήματα, θα δοκιμάσει τις θέσεις μας και θα εμπλουτίσει τις αναλύσεις μας. 

Ένας τέτοιος ριζοσπαστικός πολιτικός λόγος και πρακτική μέσα στη κοινωνία είναι αυτά που μπορούν να χτίσουν μια νέα σχέση εμπιστοσύνης και εκπροσώπησης των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων. Μπορεί να εμπνεύσει ξανά ένα κόσμο που γύρισε τη πλάτη στο ΣΥΡΙΖΑ και το πολιτικό σύστημα συνολικά. Αυτός είναι εν τέλει ο δρόμος που ο ΣΥΡΙΖΑ, ως ηγεμονική πια δύναμη, θα έρθει ξανά στη θέση της κυβέρνησης. Σε μια κυβέρνηση, όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως εργαλείο εμβάθυνσης και θεσμοθέτησης αυτής της πολιτικής. Έχοντας πια την εμπειρία του 2015-2019 μπορούμε να σχεδιάσουμε με σαφέστερους όρους ένα κυβερνητικό πρόγραμμα που πατάει σε αυτές τις ανάγκες. Η δεύτερη φορά αριστερά, χωρίς μνημόνια και το ασφυκτικό εκλεκτικό πλαίσιο της τρόικα, θα μπορεί να γίνει αφετηρία ενός μεγαλύτερου κοινωνικού, οικονομικού και οικολογικού μετασχηματισμού. 

Το κόμμα την επόμενη μέρα

Πρωταγωνιστής αυτού του κοινωνικού μετασχηματισμού δεν μπορεί παρά να είναι το κόμμα. ‘Ένα κόμμα που θα συμμετέχει και θα πυροδοτεί κοινωνικά κινήματα. Ένα κόμμα πολιτικά ενιαίο και ιδεολογικά πολύχρωμο που μπορεί να συγκεράσει τα διάφορα ρεύματα που το απαρτίζουν πάνω σε αδιαπραγμάτευτες κοινές θέσεις και αρχές. Ένα κόμμα με αρχές και κανόνες δεσμευτικές για όλους, από τον Προέδρο μέχρι το πιο νέο μέλος.  Ένα κόμμα που θα λειτουργεί ως συλλογικός διανοούμενος εκπαιδεύοντας τα μέλη του και παράγοντας αναλύσεις για κάθε πεδίο, συναρθρώνοντας και αξιολογώντας τες όμως στη βάσει ενός μεγαλύτερου στρατηγικού στόχου και οράματος. Ένα κόμμα τέλος που θα διεκδικεί την κυβερνητική εξουσία ως εκφραστής και επιταχυντής αυτής της κοινωνικής κίνησης. Υπό την έννοια αυτή, ένα κόμμα με ισχυρό πολιτικό στίγμα, συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο (τόσο σε θέσεις, όσο και σε κοινωνική παρέμβαση), μπορεί να αποτελέσει την βάση για την όποια συζήτηση για τον ΣΥΡΙΖΑ της επόμενης μέρας. 

Το αρχηγο-κεντρικό μοντέλο που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια και περιεγράφηκε παραπάνω, έδειξε ότι δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικό ούτε ως προς την εμβάθυνση της πολιτικής δουλειάς, ούτε ως προς την πολιτική κινητοποίηση αλλά και ούτε ως προς την εκλογική μάχη. Μια δημοκρατική ανασυγκρότηση είναι σήμερα αναγκαία όσο ποτέ. Για να εκπληρώσει τους στόχους που αναφέρθηκαν οφείλουμε να οριοθετήσουμε ξανά τις λειτουργίες και τις αποφασιστικές αρμοδιότητες του κάθε οργάνου, τα οποία θα συγκροτούνται ως βουλευόμενα σώματα και όχι ως εκλογικοί μηχανισμοί που επικυρώνουν αποφάσεις ή παρακολουθούν ομιλίες υποψηφίων. Αυτό θα δημιουργήσει ξανά τον χώρο πολιτικής συζήτησης και αντιπαράθεσης, συλλογικού σχεδιασμού, υλοποίησης και στο τέλος απολογισμού της δουλειάς μας. Με αυτό το τρόπο θα ενδυναμωθεί ξανά ο δεσμός μεταξύ κόμματος και μελών, όταν μέλη και στελέχη ξέρουν που συμμετέχουν, με τι δικαιώματα αλλά και τι υποχρεώσεις. Μέσα σε από αυτό το καταμερισμό εργασιών και τη συμμετοχή επιτυγχάνονται πολιτικές ζυμώσεις, πολιτικοποίηση των μελών και εν τέλει παραγωγή στελεχών με κοινωνικές αναφορές που λογοδοτούν στη βάση.

Εκλογές ανάδειξης προέδρου και υποστήριξη σ. Ευκλείδη Τσακαλώτου

Η Αριστερά πρέπει να ακούει, να αναλύει και να προχωράει. Οι ευκαιρίες που έδωσε ο λαός στον ΣΥΡΙΖΑ τελείωσαν το 2019. Η εκλογική του ήττα και η παραίτηση του προέδρου άνοιξαν επιτέλους την συζήτηση που έπρεπε να γίνει εδώ και πολύ καιρό. Τώρα θα πάμε στην βάση μας, να τα αλλάξουμε όλα, να αλλάξουμε πολιτική, να αλλάξουμε γραμμή, να οργανώσουμε τις αντιστάσεις. Ήδη στην εσωτερική συζήτηση αποτυπώνονται διαφορετικές αναλύσεις σχετικά με τα αίτια της εκλογικής ήττας, τη στρατηγική μας, την οργάνωση και μελλοντική πορεία του χώρου. Στις υποψηφιότητες αποτυπώνεται αυτός ο πλουραλισμός του κόμματος με υποψηφιότητες από ρεύματα του δημοκρατικού φιλελευθερισμού, της σοσιαλδημοκρατίας και της αριστεράς, με περισσότερη ή λιγότερη κριτική για τη μέχρι τώρα πορεία του χώρου ή και προτάσεις για την επόμενη μέρα. 

Για εμάς που υπογράφουμε αυτό το κείμενο, η αλλαγή πορείας που πρέπει να κάνει το κόμμα στη κατεύθυνση που περιγράφουμε, περνάει μέσα από την διαμόρφωση μιας αριστερής πλειοψηφίας, εγγυητή ενός αριστερού ριζοσπαστικού πολιτικού πλαισίου και της ανασυγκρότησης του κόμματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να έχει μια καθαρή και συγκεκριμένη ταυτότητα. Έχοντας εμπιστοσύνη στις αξίες της Αριστεράς και στις αναλύσεις της για την κοινωνική πραγματικότητα μπορεί να απευθυνθεί ξανά σε ευρύτερα ακροατήρια. 

Η επόμενη μέρα όμως πρέπει να βρει το κόμμα ενωμένο. Οι διαφορετικές φωνές και πολιτικές παραδόσεις οφείλουν την επόμενη μέρα να ενωθούν οργανικά, όχι απλά να αθροιστούν, ενισχύοντας από διαφορετικές καταβολές την αριστερή ταυτότητα του κόμματος. 
Βάσει αυτών, στηρίζουμε την υποψηφιότητα του σ. Ευκλείδη Τσακαλώτου. Η πολυετής πορεία του στα κοινωνικά κινήματα, η εμπειρία του στη κομματική ζωή και στη συλλογικότητα καθώς και η κυβερνητική θητεία του στο δύσκολο υπουργείο οικονομικών με το βάρος της διαπραγμάτευσης περιγράφουν έναν σύντροφο που κινείται με ένα σταθερό αξιακό φορτίο, γνωρίζει που θέλει να πάει, αντιλαμβανόμενος όμως τις δυσκολίες της πολιτικής. Η καμπάνια του έχει ήδη συνεισφέρει στην εσωτερική συζήτηση του κόμματος με ένα ξεκάθαρο ιδεολογικό στίγμα, προτάσεις πολιτικής, με οργανωτικές αλλαγές και κριτική. Δεν διεκδικεί να γίνει ο νέος ηγέτης αλλά ο πρώτος μεταξύ ίσων, όπως θα όφειλε κάθε δημοκρατική αριστερή ηγεσία. Ως συλλογικότητα λοιπόν, που γνωρίζει τι είναι και που θέλει να πάει, θα δώσουμε μαζί τους αγώνες την επόμενη μέρα για έναν κοινωνικό μετασχηματισμό. 

1 Αγγέλης Γιώργος μέλος ΟΜ Κέντρου Θεσσαλονίκης

2 Αγγελιδάκη Μαρία 
μέλος ΟΜ Ιωαννίνων

3 Αγγελιδάκης Παύλος μέλος ΟΜ Σπουδάζουσας Θεσσαλονίκης

4 Βερυκόκου Νεφέλη  μέλος ΟΜ Εξωτερικού

5 Γιαχολλάρη  Άγγελος-Διονύσιος γραμματέας ΟΜ Εξαρχείων

6 Γλέζος  Βασίλης μέλος Κεντρικού Συμβουλίου

7 Γρηγοριάδου Δήμητρα  γραμματέας γραφείου Ανατολικών Θεσσαλονίκης

8 Ζαχαρέλου  Μαρέλ γραμματέας γραφείου Βόρειας Αθήνας 

9 Καλεσιώρης Αναστάσης  μέλος ΟΜ Ζωγράφου Αθήνας

10 Καλεσιώρης Παναγιώτης μέλος ΟΜ Ζωγράφου Αθήνας

11 Καλογεράς Γιώργος  μέλος ΟΜ Σπουδάζουσας Θεσσαλονίκης 

12 Καραγεώργος  Δημήτρης γραμματέας ΟΜ Σάμου, μέλος πανελλαδικού γρ. Σπουδάζουσας

13 Καρανάτσιου Φανή γραμματέας γραφείου Ξάνθης

14 Κοβάτση Δέσποινα  μέλος ΟΜ Σπουδάζουσας Θεσσαλονίκης

15 Κουτσοβασίλης Αργύρης γραμματέας ΟΜ Σύρου

16 Κρύου Ευθυμία  μέλος Κεντρικού Συμβουλίου

17 Λάμπης Κώστας  μέλος ΟΜ Εξωτερικού

18 Λούκας  Δημήτρης μέλος Κεντρικού Συμβουλίου

19 Μανθογιάννη  Μάγδα μέλος ΟΜ Πάντειου Αθήνας

20 Μανιάκα Κορίνα  μέλος Κεντρικού Συμβουλίου

21 Μαστρανδρέου Χάρης  μέλος ΟΜ Σπουδάζουσας Θεσσαλονίκης

22 Μελίδης Κυριάκος  μέλος ΟΜ Εξωτερικού

23 Μεργούπης  Νίκος  μέλος ΟΜ Εξωτερικού

24 Μουζάφη  Δανάη μέλος Κεντρικού Συμβουλίου

25 Μουσουλίδη  Παναγιώτα μέλος Κεντρικού Συμβουλίου

26 Μπεχράκης  Πέτρος μέλος ΟΜ Μεσσηνίας

27 Μπούγας Γιάννης  μέλος ΟΜ Κέντρου Θεσσαλονίκης

28 Μπούρας Αντώνης  μέλος γραφείου Ξάνθης

29 Μυλωνάς Γιώργος  μέλος ΟΜ Σπουδάζουσας Θεσσαλονίκης

30 Παπαμιχαήλ  Βαγγέλης μέλος γραφείου Πειραιά

31 Παππιγγιώτης  Γιώργος μέλος ΟΜ Ζωγράφου Αθήνας

32 Συμεωνίδης Γιώργος  μέλος ΟΜ Κατερίνης

33 Συναδινός Στέφανος μέλος γραφείου Δυτικής Αθήνας

34 Φουτάκης Νίκος  μέλος ΟΜ Ανατολικών Θεσσαλονίκης

35 Χατζή – Πιτσιλή  Διονυσία μέλος ΟΜ Μεσσηνίας