Μερικές φορές, όταν καταπιανόμαστε με περίπλοκα προβλήματα, η σωστή και η πιο γόνιμη αντιμετώπιση δεν είναι να βουτήξουμε στα βαθιά ή να χαθούμε στις λεπτομέρειες αλλά να αναδείξουμε κάποιες αρχικές και βασικές παραδοχές διατυπωμένες με όρους μιας απλής αφήγησης που όλοι μπορούν να καταλάβουν. Κάτι σαν τις παραβολές των Ευαγγελίων. Χαρακτηριστική περίπτωση το επίμαχο ζήτημα των μη κρατικών πανεπιστημίων ως μια πτυχή της γενικότερης αντιπαράθεσης ανάμεσα στο ιδιωτικό συμφέρον και το δημόσιο αγαθό.
Ας φανταστούμε λοιπόν δύο ανθρώπους που εκκινούν από το ίδιο σημείο. Ο ένας είναι εργατικός, δραστήριος, τολμηρός, έτοιμος να ρισκάρει. Ο άλλος βρίσκεται στον αντίποδα. Οκνηρός και αδιάφορος, περιμένει από τους άλλους να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του και θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο αν δεν το κάνουν. Δεν είναι παράλογο και άδικο να μην επιβραβεύεται ο πρώτος, ρωτούν εκείνοι που -όπως θα αντιληφθήκατε ήδη- τοποθετούνται πολιτικά στη Δεξιά και πιστεύουν στην ελεύθερη αγορά.
Είναι δύσκολο, για να μην πω αδύνατο, να απαντήσει κανείς αρνητικά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι λάτρεις του ιδιωτικού και της ελεύθερης αγοράς έχουν δίκιο. Γιατί το επιχείρημά τους, όταν αφορά την παιδεία και όχι μόνο την πανεπιστημιακή, στηρίζεται στην εξής λαθροχειρία: ακόμα κι αν δεχθούμε την αφήγηση και τη λογική της, τα παιδιά του εργατικού και του τεμπέλη δεν θα ξεκινήσουν από το ίδιο σημείο όπως έκαναν οι γονείς τους. Ή, για να το πούμε αλλιώς, η αφετηριακή ισότητα δεν αναπαράγεται γιατί υποκαθίσταται από την κληρονομική ανισότητα.
Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας: τα πτυχία των πανεπιστημίων είναι μεν τυπικά ισότιμα, αλλά δεν έχουν την ίδια αξία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, άλλο το πτυχίο του Πανεπιστημίου του Αϊνταχο και άλλο το πτυχίο του Χάρβαρντ. Κι όπως μαρτυρούν τα στοιχεία, η παρουσία των παιδιών της ελίτ στη λεγόμενη Ivy League είναι δυσανάλογα μεγάλη. Που σημαίνει ότι η ανισότητα μπορεί σε κάποιο μέτρο να αμβλύνεται από τις υποτροφίες για τους οικονομικά ασθενέστερους· διατηρείται ωστόσο όταν οι ολίγοι έχουν προνομιακή πρόσβαση σε ένα δημόσιο αγαθό που υποτίθεται ότι ανήκει εξίσου σε όλους.
Κατά συνέπεια, ο μόνος τρόπος να εκριζωθεί η κοινωνική ανισότητα είναι η δημόσια πανεπιστημιακή παιδεία όχι μόνο να παρέχεται δωρεάν, αλλά να είναι και η καλύτερη δυνατή. Μπορεί να ακούγεται ουτοπικό και ανέφικτο· αλλά δεν είναι. Διότι αυτό ισχύει λ.χ. στην περίπτωση της Γαλλίας. Πιο συγκεκριμένα, στη Γαλλία υπάρχουν ιδιωτικές σχολές και μερικές μάλιστα είναι καλές. Αλλά η κορωνίδα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η περίφημη Εκόλ Νορμάλ, ανήκει στο δημόσιο. Στη λίστα των αποφοίτων της θα βρούμε το απάνθισμα της γαλλικής διανόησης, πολιτικής και επιστήμης. Και ο λόγος είναι απλός: οι επίδοξοι φοιτητές της, είτε από φτωχές είτε από πλούσιες οικογένειες, πρέπει να περάσουν τις περιβόητα δύσκολες εισαγωγικές εξετάσεις. Πολλοί μεν οι κλητοί, ολίγοι δε οι εκλεκτοί.
Ας έρθουμε τώρα στα καθ’ ημάς. Θα μπορούσε κάποιος να υπενθυμίσει ότι στην Ελλάδα μέχρι σήμερα το πρόβλημα δεν προέκυψε εφόσον το κράτος όντως δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά των ανεπρόκοπων γονέων να σπουδάσουν δωρεάν στα δημόσια πανεπιστήμια. Αν όμως δούμε τα πράγματα από πιο κοντά, θα διαπιστώσουμε ότι οι αριστεροί του ΣΥΡΙΖΑ, που αντιτίθενται στην ίδρυση μη κρατικών, δηλαδή ιδιωτικών πανεπιστημίων, έχουν υπό μία έννοια δίκιο και ταυτόχρονα άδικο. Δεν πρόκειται για παραδοξολογία.
Εχουν δίκιο επειδή δεν θέλουν να καταντήσουμε σαν την Αμερική, όπου η κοινωνική ανισότητα διαιωνίζεται και στον χώρο της παιδείας. Αλλά ταυτόχρονα υπονομεύουν την αξιοπιστία του δημόσιου πανεπιστημίου καταργώντας τη δυνητική του προϋπόθεση, δηλαδή τις εισαγωγικές εξετάσεις όπως προβλέπει το γαλλικό μοντέλο. Θέλω να πω ότι το ζητούμενο για τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. δεν είναι μόνο ότι όλοι, και οι πλούσιοι και οι φτωχοί, έχουν κατ’ αρχήν το δικαίωμα και τη δυνατότητα να σπουδάσουν –μέχρι εδώ ουδείς διαφωνεί– αλλά χωρίς κανένα άλλο κριτήριο. Ετσι όμως εξαλείφεται η διαφορά μεταξύ αυτών που διάβασαν και κοπίασαν και εκείνων που τα φόρτωσαν στον κόκορα.
Για του λόγου το αληθές υπενθυμίζω τα λόγια του Αλέξη Τσίπρα, όταν μιλώντας σε έναν νεαρό που δεν μπήκε στο πανεπιστήμιο, του είπε ότι δεν φταίει αυτός, αλλά η υπουργός Παιδείας που δεν κατάργησε τις εισαγωγικές εξετάσεις. Προεκλογική περίοδο είχαμε, πολλά λέγονταν. Καλό θα ήταν πάντως, τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. μετά το 17% στις εκλογές καλείται να επιλέξει τον/τη διάδοχό του, να αναρωτηθεί μήπως αυτή η τάση να υπόσχεται τα πάντα και να θεωρεί «δικό» του οποιονδήποτε πικραμένο μπορεί να ευτελίσει ένα από τα σημαντικότερα δημόσια αγαθά που η Αριστερά οφείλει να υπερασπιστεί μέχρι τελευταίας ρανίδας.
