Ο Ιταλός δημοσιογράφος και συγγραφέας Πιέρο Οτόνε (1924-2017) έγραφε ότι «η αναμονή μιας δυστυχίας είναι καταθλιπτική, εκνευριστική, όταν όμως στο τέλος η δυστυχία μάς χτυπάει, αναπνέουμε σχεδόν με ανακούφιση». Σήμερα αδυνατούμε να καταλάβουμε τη δυστυχία γύρω μας. Πυρκαγιές, θάνατοι, καμένα σπίτια, δάση, νεκρά ζώα, όλα αυτά γίνονται ταυτολογικά τμήματα μιας καθαρής μοιρολατρίας.
Το παρόν μας συγχωνεύεται με τη ροή των εικόνων και των σημείων, όπου τελικά όλα διαλύονται μέσα στην υπερταχύτητα της πληροφόρησης, στη συσσώρευση μιας μόνιμης επικαιρότητας που απορροφά το ίδιο το συμβάν σε έναν ιδιότυπο χρόνο κάποιας τάξης ενός δικτύου όπου ο πραγματικός-βιωμένος χρόνος εξοστρακίζεται στο νεκρικό φως της προσποίησης.
Δεν είμαστε πια μια «κοινωνία του θεάματος» (Γκι Ντεμπόρ) ή μια κοινωνία που δρα επάνω σε κάποια σκηνή (Ζακ Ρανσιέρ), αλλά είμαστε μια κοινωνία δικτύου. Και για να το πούμε καλύτερα είμαστε στο δίκτυο μιας πλοκαμικής ομοιογένειας. Ακόμη και οι όποιες θυμικές αναστατώσεις των πολιτών μετά από γεγονότα με μεγάλο εκτόπισμα καταλήγουν να γίνουν «συλλογικές ήπιες εξάρσεις υστερίας οι οποίες συμβαδίζουν με τη διατήρηση, ακόμη ακόμη θα λέγαμε και με την ενίσχυση των θεσμών οι οποίοι μπορεί να οδηγούνται και στην αυθαιρεσία» θα μας πει ο Τζορτζ Στάινερ.
Ολα αυτά αποκλείουν το υποκείμενο ως σώμα. Το σώμα χάνεται, μετατίθεται σε ομοίωμα, γίνεται μια ταυτολογία η οποία διυλίζεται στους πληθυντικούς λόγους της εξουσίας. Επιπλέον το σώμα γίνεται ένα παρακολούθημα άφωνων στρατηγικών και τεχνικών γνώσεων που λειτουργούν κάτω από πειθαρχίες, όπως ακριβώς μας τις περιέγραφε ο Μισέλ Φουκό.
Ζώντας κάτω από μια ιδιότυπη «κοινωνία των αγίων και των θαυμάτων», που «θυμίζει κηδεία παρά προσκύνημα» όπως έλεγε ο Σαρτρ, η κοινωνία απολιθώνεται στη χυδαιότητα. Ο Ζαν Μποντριγιάρ πριν από αρκετά χρόνια σε μια συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera (2001) τόνιζε: «Εχουμε απορρίψει ως μελοδραματική και εγγενώς απατηλή κάθε λαχτάρα για το διφορούμενο και έχουμε απαιτήσει τη ρεπλίκα κάθε πραγματικότητας, αλήθειας, αυθεντικότητας, γιατί η ρεπλίκα είναι αυτό που μπορούμε να κατακτήσουμε, να αποικίσουμε, να αναδιατάξουμε, να απολαύσουμε. Ετσι λοιπόν έχουμε υποκαταστήσει την ιστορική και ιδεολογική διάσταση με την απόλυτη χυδαιότητα.
Ο Μ. Χάιντεγκερ έλεγε πως η καταστροφή από την οποία ο άνθρωπος δεν θα βρει λυτρωμό είναι εκείνη της χυδαιότητας. Εκεί βρισκόμαστε. Το αντικείμενο του θαυμασμού και του πόθου μας είναι η καθημερινή χυδαιότητα. Το ερωτικό αντικείμενό μας δεν είναι πλέον το σεξ ή η πορνογραφική ηδονοβλεψία, αλλά η περιέργεια και η διείσδυση στο άδυτο της χυδαιότητας».
Δεν υπάρχουμε πλέον ούτε σαν την περιγραφή του τελευταίου ανθρώπου που μας έδωσε ο Νίτσε. Είμαστε μια ανθρώπινη μεταβλητή που ζει ερήμην της σημασίας του και επενδύει στην παραχάραξη των αυτονόητων, με επίσης εμφανή αδυναμία όλων των κριτηρίων, μεταθέτοντας όλα όσα συμβαίνουν στο ομοίωμά τους.
Στον ορίζοντα των προσομοιωμένων ζωών μας δεν μπορούμε να διακηρύξουμε καμιά πίστη, καμιά ελπίδα και καμιά εγγύηση των εκκωφαντικών γεγονότων. Ετσι και αλλιώς η πίστη, η ελπίδα, η ευχή μετατίθενται στο ομοίωμά τους. Οι σχέσεις από το πάθος της στοργής και της έκπληξης εξατμίζονται προς το επάνω μέρος σε ένα ανεξέλεγκτο πεδίο της ασάφειας. Ενώ οι καταστάσεις αποστραγγίζονται προς το κάτω μέρος μεταξύ υποχωρήσεων και πλήξεων.
Αυτή είναι πλέον η διεκπεραιωτική λειτουργία μας. Δεν είναι η αδιαφορία που μας πολιορκεί, είναι η ταχύτητα της πορείας του κενού, ο θρίαμβος της λήθης επί της μνήμης, το αμνησιακό μεθύσι. Να γιατί βλέπουμε τις πυρκαγιές, τα θύματα, τις καταστροφές στα όρια μιας συμπαγούς δυσθυμίας που κινείται μέσω του αναισθητικού κυκλώματος της ομοιογένειας. Να γιατί θα επιλέγουμε τις πολιτικές ηγεμονίες που θα αναβαθμίζουν τις έννοιες της προσομοίωσης και την αφθονία των σημείων που παρωδούν την πραγματικότητα και τις αξίες.
*καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
