«Η Ευρώπη σύμπασα
έχει συνεισφέρει
στο πλάσιμο του Κουρτς»
Τζόζεφ Κόνραντ
Αναμφισβήτητα αριστούργημα της δυτικής λογοτεχνίας. Παρά την πολυπλοκότητα της αφηγηματικής του γλώσσας, που συνεχίζει να προκαλεί αντικρουόμενες αναγνωστικές προσεγγίσεις, κανείς δεν αρνείται ότι η Καρδιά του Σκότους (1899), το βιβλίο του Κόνραντ για «τον λευκό άνδρα που χρησιμοποιώντας τον τρόμο έγινε βασιλιάς σε ένα μαύρο βασίλειο στην καρδιά του σκότους», είναι αγκιστρωμένη στην εποχή του: γραμμένο την ίδια εποχή με το «Χρέος του λευκού ανθρώπου» του Κίπλινγκ, βασίζεται στις εμπειρίες του ίδιου του συγγραφέα.
Πράγματι, όταν ο Στάνλεϊ μάγευε την Ευρώπη με τα απομνημονεύματά του από τις εκπολιτιστικές επιχειρήσεις του (Στα βάθη της Αφρικής, 1890), ο πολωνικής καταγωγής Αγγλος συγγραφέας διέσχιζε το Βελγικό Κονγκό…
Σε μια φράση αυτού του σύντομου μυθιστορήματος, ο Σουηδός ερευνητής δημοσιογράφος Σβεν Οσκαρ Λίντκβιστ (1932-2019) ανακαλύπτει την «πεμπτουσία της ευρωπαϊκής σκέψης». Τη διαβάζει ο Μάρλοου στο περιθώριο της μπροσούρας του Κουρτς, για το εκπολιτιστικό καθήκον των λευκών απέναντι στους άγριους της Αφρικής: «exterminate all the brutes».
Το ομότιτλο βιβλίο του 1992 (σειρά στο HBO σε σκηνοθεσία Ραούλ Πεκ), όπως το Μια ιστορία των βομβαρδισμών (1999) και το Terra Nulius (2007) για τις επιπτώσεις του αποικισμού στην Αυστραλία, αποτελεί ένα ειδολογικό υβρίδιο: 169 αριθμημένα αποσπάσματα/ψηφίδες δοκιμιακού ιστορικού λόγου, ταξιδιωτικού ρεπορτάζ, αυτοβιογραφικών αναμνήσεων, υπαρξιακών αφορισμών, αυτοαναφορικών σχολίων, αλλά και εφιαλτικών καταδύσεων, γραμμένο κυριολεκτικά καθ’ οδόν, κάτω από τους φωτεινούς ουρανούς της Αφρικής, καθώς ο συγγραφέας διασχίζει με κάθε μέσο την έρημο: από την Αλγερία στoν Νίγηρα!
Αναζητώντας τις πηγές της σκοτεινής εκπολιτιστικής ρητορικής του Κουρτς στα κείμενα της εποχής, ο Σουηδός δεν θ’ αργήσει να ανακαλύψει ότι αυτή αποτελεί μακάβρια κοινοτοπία. Την εποχή εξάπλωσης του ευρωπαϊκού φωτός στην υφήλιο, οι προκαταλήψεις για τους μακρινούς μελαψούς «άλλους» απέκτησαν ψευδοεπιστημονική εξήγηση και ο ρατσισμός κεντρική θέση στην ιμπεριαλιστική ιδεολογία. Μελέτες για «έθνη-ζιζάνια», «ζωντανά και ετοιμοθάνατα έθνη» ή «λαούς απολιθώματα της προϊστορίας» δικαιολόγησαν την «πάλη των φυλών» σε όλα τα πλάτη της Γης. Η βιολογική ανωτερότητα των Ευρωπαίων θεωρήθηκε αναμφισβήτητη και ο αφανισμός των υπόλοιπων φυλών αναπόφευκτο στάδιο στη φυσική εξέλιξη.
Η στρατιωτική υπεροχή μεταφράστηκε σε βιολογική και διανοητική, και η νέα τεχνολογία βοήθησε την αποικιακή εξάπλωση. Την ώρα που ο σιδηρόδρομος λεηλατούσε το εσωτερικό της μαύρης ηπείρου, αυτόματα όπλα, επαναληπτικά τυφέκια, οι σφαίρες ντουμ-ντουμ και οι ατμοκίνητες κανονιοφόροι σκόρπιζαν τον θάνατο από απόσταση (κάτι που διασκέδαζε αφάνταστα τον νεαρό Τσόρτσιλ). Νά η ιμπεριαλιστική εργαλειοθήκη!
Αυτή ήταν η εποχή του Κόνραντ. Ετσι ανέτειλε ο 20ός αιώνας. Αυτός ήταν ο αέρας που ανέπνεε και ο νεαρός Χίτλερ. Κάπως έτσι η λύση του Κουρτς φάνταζε όχι μόνο ως πιθανή και αυτονόητη, αλλά και ως φιλάνθρωπη.
Ο Λίντκβιστ ομολογεί ότι οφείλει την πρώιμη ευαισθητοποίησή του για το θέμα σε βιβλίο του Σουηδού ιεραπόστολου Εντβαρτ Βίλχελμ Σιόμπλουμ (1862-1903), ο οποίος αμέσως μετά την επιστροφή του από το Κονγκό (1897) θα καταγγείλει τα εγκλήματα της αποικιακής διοίκησης, ενισχύοντας με σχετικές αποκαλύψεις τον σάλο που ξέσπασε. Ωστόσο, είναι ακόμα νωρίς! Προς το παρόν, οι Ευρωπαίοι διασκεδάζουν στις αποικιακές εκθέσεις με ανθρώπινους ζωολογικούς κήπους, όπου εκτίθεντο ολόκληρα κονγκολέζικα χωριά μαζί με τους κατοίκους τους (όπως εξάλλου συνέβαινε μέχρι την EXPO 58 στο Βέλγιο). Θα περάσουν χρόνια για την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης.
Αυτή τη συγκλονιστική ιστορία διηγείται ο τρίτος τόμος της σειράς «Για έναν νέο Ανθρωπισμό», όπου ο Θοδωρής Τσομίδης ανθολογεί κείμενα σχετικά με τη δράση του Βρετανού δημοσιογράφου και ακτιβιστή Εντμουντ Μορέλ (1873-1924), ο οποίος, σε συνεργασία με τον Βρετανό διπλωμάτη Ρότζερ Κέισμεντ (1864-1916), κατάφερε να δημιουργήσει το «πρώτο μαζικό κίνημα ανθρώπινων δικαιωμάτων».
Το 1908, η δράση της «Ενωσης για τη μεταρρύθμιση του Κονγκό» (μέλη της ο Κόναν Ντόιλ και ο Μαρκ Τουέιν) θ’ αναγκάσει, υπό τη διεθνή κατακραυγή, τον Λεοπόλδο να παραιτηθεί από τον θρόνο του Κονγκό και να παραδώσει την αποικία του στη βελγική κυβέρνηση.
Στην επινόηση του κράτους του Κονγκό, που ιδρύθηκε ως εμπορική επιχείρηση, εστιάζει και ένα από τα ιδιότυπα αφηγήματα της παρεμβατικής πεζογραφίας του Ερίκ Βυϊγιάρ.
Μόλις σε εκατό σελίδες, η ειρωνικά σαρκαστική πρόζα του αποδομεί την επίσημη αφήγηση της Ιστορίας, ζωντανεύοντας πραγματικά επεισόδια και κάποιους από τους πρωταγωνιστές της Διάσκεψης του Βερολίνου (1884/5), όταν «διοργανώθηκε το μεγαλύτερο κυνήγι θησαυρού όλων των εποχών για να μπορέσει να διασκεδάσει ολόκληρη η Ευρώπη». Εκεί, ο διορατικός Λεοπόλδος Β’ κατάφερε να πάρει ως ιδιωτική αποικία τα αχανή τροπικά δάση του Κονγκό: μια αχαρτογράφητη ακόμα περιοχή, 76 φορές μεγαλύτερη από το Βέλγιο.
Η καυστική ειρωνεία δίνει προοδευτικά τη θέση της στην ίδια τη φρίκη, με την αποσπασματική εξιστόρηση των έργων και των ημερών Βέλγων αξιωματούχων του Ελεύθερου Κράτους του Κονγκό: του πρώην εξερευνητή Σαρλ Λεμέρ (1853-1926) αρχικά, του Λεόν Φιεβέ (1855-1939) έπειτα.
Ο τελευταίος, που έμεινε στην Ιστορία ως ο «διάβολος του Κονγκό», για ν’ αυξήσει την παραγωγή καουτσούκ πρόσθεσε στις συνήθεις πρακτικές της καταναγκαστικής εργασίας, της λεηλασίας καλλιεργειών και του εμπρησμού χωριών τον νόμο του ακρωτηριασμού: «Κάποτε έφεραν στον Φιεβέ μέσα σε μία μόνο μέρα 1.308 χέρια, 1.308 δεξιά χέρια, 1.308 ανθρώπινα χέρια» ως απόδειξη ότι καμία από τις σφαίρες της φρουράς δεν πήγε χαμένη. Ωστόσο, το πιθανό πρότυπο του λογοτεχνικού Κουρτς, σημειώνει ο Βυϊγιάρ, «ξεπερνάει όλους τους Κουρτς, όλους τους τυράννους κι όλους τους παράφρονες της λογοτεχνίας. Ο γνήσιος Φεβιέ είναι μια γνήσια ποδοπατημένη ψυχή».
Είναι γνωστό ότι το τέλος της φρικιαστικής εποχής του Λεοπόλδου δεν σήμανε και την πραγματική αυτονομία του Κονγκό, όπως δείχνει η ταραγμένη πολιτική ιστορία της χώρας μέχρι σήμερα (από τη δολοφονία του Λουμούμπα ώς τη χούντα του Μομπούτου). Οσο για τη λεηλασία του ορυκτού πλούτου της χώρας, αυτή συνεχίζεται: ελεφαντόδοντο και καουτσούκ αρχικά, ουράνιο και χαλκός αργότερα, κοβάλτιο σήμερα.
Οπως και να ’χει, το σκοτεινό αποικιακό παρελθόν αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής κληρονομιάς και η γενοκτονία 8-10 εκατομμυρίων Κονγκολέζων ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην Ιστορία. Η κινηματογραφική Αποκάλυψη τώρα (1969) του Κόπολα δεν αποτελεί παρά μεταγραφή της Καρδιάς του Σκότους στο Βιετνάμ της αμερικανικής εισβολής.
Ο επιμελητής της έκδοσης για τον Μορέλ θα επισημάνει ότι η φρίκη του Κονγκό «υποσκελίστηκε στη συλλογική μνήμη της Ευρώπης από τα φρικιαστικά, γεωγραφικώς και χρονικώς, εγγυτέρα εγκλήματα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου». Ο Βυϊγιάρ αντιπαραβάλλει τυχοδιώκτες και τσαρλατάνους της εποχής με τα μεγαλοστελέχη των σημερινών ανώνυμων εταιρειών και δεν χάνει την ευκαιρία να θυμηθεί τον Χίτλερ, ο οποίος, το 1933, εγκαταστάθηκε στο «χαριτωμένο παλάτι» που φιλοξένησε τη διάσκεψη! Ο Λίντκβιστ, με τη σειρά του, οδηγεί τις αναλογικές συγκρίσεις στα ακραία όριά τους, σ’ αυτό που ο Λακού Λαμπάρτ ονόμασε, με αφορμή το βιβλίο τού Κόνραντ, «φρίκη της Δύσης».
Η ιστορία των γενοκτονιών (από την εξόντωση των Γκουάντσε από τους Ισπανούς στα Κανάρια Νησιά του 1496 μέχρι τα γεμάτα νεκρούς πηγάδια της γαλλικής Αλγερίας) του Λίντκβιστ έχει στο κέντρο της την υπέρμετρη θηριωδία… Το τρομερό βήμα της «αποεβραιοποίησης», από τον εκτοπισμό στη μαζική εξόντωση, έγινε μόνο όταν ο αντισημιτισμός συνάντησε την αποικιακή παράδοση. Η ιμπεριαλιστική πρακτική παρείχε το θεωρητικό πλαίσιο, οι αποικιακές γενοκτονίες το ιστορικό παράδειγμα.
Το τελευταίο μέρος του βιβλίου (ενότητες 113-169) γράφεται την ίδια εποχή που στη Γερμανία οι νεοναζί καίνε προσφυγικούς καταυλισμούς και ο Λεπέν βγάζει λόγο για την Πρωτομαγιά… Η φράση του Κουρτς ηχεί και πάλι στ’ αυτιά μας, συνοψίζοντας την ευρωπαϊκή ιστορία: «από την Ολόκαινο μέχρι το Ολοκαύτωμα»!
Η μαύρη τρύπα των «στρατοπέδων συγκέντρωσης» δεν ήταν παρά μια επανάληψη των αποικιακών «καταυλισμών» εξόντωσης των Ινδιάνων ή των Βουσμάνων. Η αποκάλυψη του Αουσβιτς («ούτε λάθος ούτε ατύχημα», έλεγε ο Λακού Λαμπάρτ) ήταν η βιομηχανική εφαρμογή της πολιτικής εξοντώσεων στην οποία είχε στηριχτεί η παγκόσμια κυριαρχία των Ευρωπαίων.
Κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται ν’ αναζητήσει κανείς το πρότυπο της εξόντωσης των Εβραίων στις σφαγές του Τριακονταετούς Πολέμου ή στις Σταυροφορίες, ούτε στην εξόντωση του Κουλάκων (1920) ή στις σταλινικές καθαρίσεις (1930). Το δουλεμπόριο, οι αποικιακοί πόλεμοι, οι αποστολές αντιποίνων (1880-1900) παρέχουν άπειρα παραδείγματα εξόντωσης, βασισμένης σε ξεκάθαρα ρατσιστικές (θεωρητικά δικαιολογημένες) πεποιθήσεις.
Στη μακρά διάρκεια, η «τελική λύση» φαντάζει φυσική εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού, τραγική επανάληψη του θλιβερού κανόνα (οι κατώτερες φυλές εξοντώνονται όταν έρχονται σε επαφή με λαούς υψηλότερου πολιτισμικού επιπέδου) και ο ιμπεριαλισμός «μια βιολογικά αναγκαία διαδικασία που, σύμφωνα με τους νόμους της φύσης, οδηγεί στην αναπόφευκτη καταστροφή κατώτερων λαών και φυλών».
Προφανώς, τα ιστορικά γεγονότα είναι μοναδικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι συγκρίσιμα. Γι’ αυτό μιλάμε για τις σφαγές των Αρμενίων ή των Ποντίων και τις θηριωδίες του Πολ Ποτ. Ξεχνάμε, ωστόσο, τη γενοκτονία των Χερέρο από τους Γερμανούς στη Νοτιοδυτική Αφρική, όταν ο Χίτλερ ήταν ακόμη παιδί. Κανείς δεν θυμάται την πάγια ευρωπαϊκή τακτική.
Ετσι, καταλήγει ο Λίντκβιστ, όταν το αδιανόητο που είχε συμβεί στην καρδιά της Αφρικής επαναλήφθηκε στην καρδιά της Ευρώπης, κανείς δεν παραδέχτηκε ότι γνώριζαν όλοι! Ακριβώς όπως, συνεχίζει ο Σουηδός, οι Γάλλοι ήξεραν τι γινόταν στην Αλγερία, οι Ρώσοι τι συνέβαινε στο Αφγανιστάν και οι Νοτιοαφρικανοί και οι Αμερικανοί τι έκαναν τα στρατεύματά τους σε Μοζαμβίκη και Λατινική Αμερική. Ακριβώς όπως, θα πρόσθετε κανείς, γνωρίζουμε σήμερα τι έγινε στο Ιράκ ή τι έγινε και εξακολουθεί να γίνεται στην Ουκρανία, την καρδιά του σκότους της σύγχρονης Ευρώπης.
Το κρίσιμο, όπως λέει ο Λίντκβιστ, είναι το πέρασμα από τη γνώση στη συνειδητοποίηση. Γι’ αυτό και το βιβλίο του δαγκώνει την ουρά του, καθώς ο κύκλος κλείνει με το απόσπασμα 169: «Δεν μας λείπει η γνώση. Αυτό που μας λείπει, είναι το θάρρος να συνειδητοποιήσουμε αυτά που γνωρίζουμε και να βγάλουμε τα απαραίτητα συμπεράσματα».
