Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αλλη μία ανακοίνωση μηνιαίου πληθωρισμού, του Ιουλίου, από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) επιβεβαιώνει ότι οι θριαμβολογίες περί αποκλιμάκωσης του ρυθμού ανόδου αφορούν τις συγκρίσεις του 2023 σε σχέση με το 2022 και όχι τις συνολικές επιπτώσεις του. Τα στοιχεία στις επιμέρους κατηγορίες επιβεβαιώνουν επίσης ότι ενώ ο συνολικός δείκτης μειώνεται σε ετήσια βάση, ο πληθωρισμός στα τρόφιμα και σε βασικά καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες «πετάει» εγείροντας ζήτημα αξιοπιστίας του Γενικού Δείκτη.

Τέλος, μια ματιά σε κατηγορίες προϊόντων ευρείας κατανάλωσης -πολλά εκ των οποίων καλοκαιρινής κατανάλωσης- επιβεβαιώνει τα σοβαρά προβλήματα που δημιουργεί η συνεχιζόμενη μεγάλη αύξηση των τιμών στα τρόφιμα.

Τα δεδομένα που δημοσιοποίησε η ΕΛΣΤΑΤ για τον Ιούλιο λένε ότι ο πληθωρισμός τον συγκεκριμένο μήνα αυξήθηκε κατά 2,5% σε σχέση με τον αντίστοιχο του 2022. Ενα μήνα πριν, τον Ιούνιο, είχε αυξηθεί 1,8% σε σχέση με τον Ιούνιο του 2022, δίνοντας στην κυβέρνηση την αφορμή να θριαμβολογήσει. Ωστόσο ο πληθωρισμός διετίας (δηλαδή του 2023 σε σχέση με το 2021) όχι μόνο δεν κάμπτεται, αλλά τον Ιούλιο αυξήθηκε σε υψηλά διετίας: στο 14,4%, σε σχέση με 13,2% τον Ιούνιο.

Πίνακας-Πληθωρισμός

Τα πράγματα μάλιστα αναμένεται να εξελιχτούν ακόμη χειρότερα, διότι από το φθινόπωρο η βάση σύγκρισης των φετινών τιμών με τις αντίστοιχες περσινές θα είναι χαμηλότερη, οπότε η επίπτωση βάσης (basic effect) θα πιέσει τον φετινό δείκτη προς τα πάνω. Τους τελευταίους μήνες οι αντίστοιχες περσινές τιμές ήταν πολύ υψηλές (11,3% τον Μάιο, 12,1% τον Ιούνιο και 11,6% τον Ιούλιο) με αποτέλεσμα οι φετινές να πιέζονται προς τα κάτω. Για τους μήνες από τον Οκτώβριο και ύστερα όμως οι περσινές τιμές του Δείκτη είναι αισθητά χαμηλότερες: 9,1% τον Οκτώβριο, 8,5% τον Νοέμβριο και 7,2% τον Δεκέμβριο.

Εκτός αυτού οι τιμές στα τρόφιμα «πετάνε» όχι για συγκυριακούς, αλλά μάλλον για διαρθρωτικούς λόγους (κλιματική αλλαγή και γεωπολιτική αντιπαράθεση).

Εφιάλτης στην κουζίνα

Δεν έχει τέλος ο εφιάλτης με τις ανατιμήσεις στα τρόφιμα, οι οποίες σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ έτρεξαν με ετήσιο ρυθμό 12,3% τον Ιούλιο, σχεδόν πέντε φορές ταχύτερα από τον Γενικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, που διαμορφώθηκε στο 2,5%. Ακόμα υψηλότερα, στο 12,9%, κινήθηκε ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών σε είδη διατροφής και μη αλκοολούχα ποτά, ο οποίος διαμορφώνεται με βάση ένα κοινά σταθμισμένο καλάθι για όλες τις χώρες της Ε.Ε.

Αν μάλιστα υπολογίσουμε ότι πέρυσι τον Ιούλιο ο πληθωρισμός στα είδη διατροφής είχε διαμορφωθεί στο 13%, ο σωρευτικός πληθωρισμός διετίας στα τρόφιμα διαμορφώνεται στο 26,5%.

Αναλυτικά, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι υψηλότερες ετήσιες ανατιμήσεις καταγράφονται στα φρούτα και τα λαχανικά, με 19,4% και 15,5% αντίστοιχα. Ακολουθούν οι κατηγορίες γαλακτοκομικά-αβγά, με 14,4%, λοιπά τρόφιμα με 13,7%, εμφιαλωμένο νερό-αναψυκτικά και χυμοί με 13,3%, ζάχαρη-σοκολάτες-γλυκά-παγωτά με 11,6%, κρέατα με 10,9% και έλαια-λίπη με 10,4%. Τέλος, καφές-κακάο-ζάχαρη, ψωμί-δημητριακά και ψάρια ανατιμήθηκαν κατά 9,2%, 8,3% και 8,1% αντίστοιχα.

Αν η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει έναν μέσο όρο ανατιμήσεων στα είδη διατροφής από το σύνολο της αγοράς, οι αυξήσεις που βλέπουν οι καταναλωτές στα ράφια ενδέχεται να είναι πολλαπλάσιες, ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες και συνήθειες κάθε νοικοκυριού.

Για παράδειγμα, με βάση εμπειρική έρευνα της «Εφ.Συν.», από το e-katanalotis και ιστοσελίδες δύο μεγάλων αλυσίδων σουπερμάρκετ, ένα καλάθι με 20 βασικά διατροφικά αγαθά πέρυσι τον Αύγουστο κόστιζε κατά μέσο όρο 63,5 ευρώ, ενώ φέτος κινείται από τα 71,46 ευρώ ώς και πάνω από 85 ευρώ. Ο μέσος όρος των ανατιμήσεων, κυνηγώντας προσφορές και εκπτώσεις, κυμαίνεται μεν κοντά στον πληθωρισμό των τροφίμων (12,5%), αλλά αν κάποιος επιμείνει σε σταθερές αγορές προϊόντων και δεν τις υποκαταστήσει με φθηνότερα είδη, μπορεί να ξεπεράσει και το 30%.