Τι διδάγματα μπορούμε να αντλήσουμε από την εμπειρία των εκλογικών αναμετρήσεων; Ισως ότι τίποτα δεν είναι μάταιο – για το καλό ή για το κακό. Πάντως, από τον διάλογο απουσίαζαν οι ποιότητες που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν μια προοδευτική σκέψη και δράση που θα ωθούσε τη χώρα σε μια καλύτερη κατάταξη στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο χάρτη. Προφανώς, χωρίς καμία βελτίωση στη θεμελιακή συγκρότηση του τρόπου σκέψης των κομμάτων και των εκπροσώπων τους -που με αθέμιτα προεκλογικά επιχειρήματα και τεχνάσματα ζήτησαν τη λαϊκή ψήφο- δύσκολα θα περίμενε κάποιος κάποια θεαματική βελτίωση στην τύχη των ανθρώπων την επομένη των εκλογών. Εφόσον λοιπόν τα σημαντικότερα πολιτικά κόμματα σκέφτηκαν και λειτούργησαν στενά κομματικά, μπορούμε να διακινδυνεύσουμε ορισμένα γενικά συμπεράσματα, μεταξύ θαυμάτων και χαμηλών πτήσεων, μιας και έχει ολοκληρωθεί ο προεκλογικός γύρος της 25ης Ιουνίου.
Πρώτον, στον βαθμό που η εκλογική έκβαση δείχνει να είναι βέβαιη, χωρίς όμως οι εξελίξεις να είναι προκαθορισμένες, η χώρα θα βρεθεί αντιμέτωπη με ποικίλα είδη κόστους των επιλογών του συστήματος Μητσοτάκη που μπορεί μεν να μην ιεραρχήθηκαν ψηλά στην προεκλογική ή στη δημοσκοπική ατζέντα, αλλά θα λειτουργήσουν πιεστικά για το μέλλον της χώρας και των πολιτών.
Το πολιτικό σύστημα σχεδόν αδιαφόρησε για τα ανοικτά, διαφιλονικούμενα και επικίνδυνα θέματα στην προεκλογική εκστρατεία. Λόγου χάρη, στις αντιπαραθέσεις δεν ετέθησαν ερωτήματα του τύπου «τι σημαίνει δημοκρατία» ή «τι θα έπρεπε να σημαίνει για εμάς σήμερα η δημοκρατία». Είναι δεδομένη πολιτική κατάσταση; Είναι αδιάφορη; Είναι αυτονόητη; Εχει συνέπειες η ασυλία που παρέχει ισχυρή μερίδα των μέσων ενημέρωσης στις κυβερνητικές πολιτικές; Εάν έγινε κάποια κουβέντα, αυτή έγινε όχι επί της ουσίας αλλά ως πόλωση και λούστρο νομιμότητας, στο πλαίσιο της οποίας η κοινωνική ζωή, οι θεσμοί, τα πρότυπα, οι νόμοι ή οι πολιτικοί σχεδιασμοί είναι εξ ορισμού μονοπάτια έγκυρα και δικαιωμένα εφόσον θεωρούνται ότι είναι δημοκρατικά.
Δεύτερον, τα περισσότερα που θα δώσουν τόνο στις εξελίξεις για την Ελλάδα δεν απασχολούν την καθημερινότητα των πολιτών. Σίγουρα δεν απασχόλησαν τα σκάνδαλα. Δεν ήταν τα Τέμπη. Πολύ περισσότερο, δεν ήταν η τραγωδία της Πύλου. Δεν ήταν οι προσπάθειες της μιντιακής χειραγώγησης· οι υποκλοπές. Προφανώς τους πολίτες δεν τους ενδιαφέρει η επίθεση στους δημοκρατικούς θεσμούς, στις ανεξάρτητες αρχές. Δεν έχουν καμία άποψη για την καλλιέργεια του ρατσιστικού κλίματος απέναντι σε μειονότητες, μετανάστες ή πρόσφυγες. Δεν είναι ψηλά στις ανησυχίες τους η κυβερνητική αλαζονεία ούτε η παραβίαση των αρχών της δημοκρατίας ή τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ισότιμη μεταχείριση των πολιτών – τα πράγματα στα οποία έχει υψηλές αρνητικές επιδόσεις ο κύκλος Μητσοτάκη. Στην περίοδο της πανδημίας και στη μετέπειτα ενεργειακή κρίση η κυβέρνηση άσκησε ελλειμματικές δημοσιονομικές πολιτικές -ακολουθώντας τον ρυθμό της Ε.Ε.- που δεν τις πίστευε· αναγκαίες όμως για να κρατηθεί όρθια η κοινωνία και η οικονομία. Παράλληλα, το σύστημα διακυβέρνησης Μητσοτάκη προχώρησε στην αποψίλωση έως εγκατάλειψη βασικών δομών του κοινωνικού κράτους στα συστήματα δημόσιας υγείας, παιδείας, μεταφορών, περιβάλλοντος κ.λπ. Αντίθετα, προώθησε πολιτικές που στηρίζουν απροκάλυπτα συγκεκριμένα συμφέροντα (τραπεζών, ιδιωτικής υγείας, ιδιωτικής παιδείας, ισχυρών εμπορικών ομίλων και συγκεκριμένων ολιγοπωλιακών κλάδων).
Από το 2024 τα πράγματα αλλάζουν. Η Ε.Ε. αξιώνει επαναφορά του Συμφώνου Δημοσιονομικής Σταθερότητας. Και είναι αυτονόητο ότι οι στρεβλώσεις και τα δημοσιονομικά προβλήματα θα γίνουν πιεστικότερα και θα μπουν στο «πρόγραμμα διακυβέρνησης» για την επόμενη τετραετία. Η κυβέρνηση είναι αυτή που έχει κρυφή ατζέντα και θα προχωρήσει αναγκαστικά στην υλοποίησή της. Η κατασκευή «προσδοκίας θαυμάτων» στην πίσω όψη της έχει την αδιαφορία αλλά και τη λεηλασία. Οπως το συνηθίζει, η κυβέρνηση θα δείχνει παντού ενόχους, εκτός από τον εαυτό της. Πάντως, τα περιθώρια της «επιτυχίας» και της «ιδεολογικής κυριαρχίας» έχουν δείξει ήδη τα όριά τους και θα στενεύουν για την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Τρίτον, την παραπάνω ηθική, πολιτική-οικονομική και αξιακή ασφυξία επιθυμεί να αντιμετωπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ από τη θέση της αντιπολίτευσης. Σε ένα περιβάλλον δύσκολο, όπου το κοινωνικό κράτος δεν είναι ένα σύνθημα και όπου η υπόθεση της Ελλάδας θα κριθεί και από άλλους εξωγενείς παράγοντες. Και εδώ τα πράγματα δεν είναι για βεβαιότητες ούτε για ιστορικές δικαιώσεις. Προφανώς, λείπουν πολλά, παρά τις διακριτές αξίες και πολιτικές προθέσεις.
Μια καλή αφετηρία για τη χώρα θα ήταν η πολιτική συμμετοχή και όχι η αδιαφορία. Για όσους δεν έχουν το «κάλεσμα» -την «πετριά» που θα ‘θελε ο Μαξ Βέμπερ για την πολιτική- καλό θα ήταν να γίνουν καλύτεροι πολίτες· να καλλιεργήσουν τη μεταξύ τους αλληλεγγύη· να κάνουν καλά και έντιμα τη δουλειά τους, μεταξύ θαυμάτων και χαμηλών πτήσεων. Ας αρχίσουμε βλέποντας κατάματα τα πολύ βασικά.
