ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σταυρούλα Γ. Τσούπρου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«[…]τον έλεγαν Μπόζο, κι ήταν ζωγράφος, –δηλαδή ζωγράφος των πεζοδρομίων. […] –Οι γελοιογραφίες είν’ η ειδικότητά μου[…] παρατήρα ομοιότητα που ’χουν όλες αυτές οι φάτσες των πολιτικών που τους έχω ξεσηκώσει από φωτογραφίες εφημερίδων. […]Μπορείς να φτιάξεις γελοιογραφίες για όλα τα Κόμματα, αλλά δεν μπορείς να βάλεις μέσα τίποτα που να ευνοεί το Σοσιαλισμό, γιατί η Αστυνομία δεν τα χωνεύει κάτι τέτοια. Κάποτε έφτιαξα […]ένα βόα, που τον έλεγα Κεφάλαιο, να καταπίνει ένα ποντίκι που το ’λεγα Εργασία. […]Υποχρεώθηκα να τα σκουπίσω».

Ο «φιλοσοφημένος» «άθλιος» («αλήτης» κατά τη μετάφραση του 1978, εκείθεν και το παράθεμα) του Οργουελ (που δίνει την ευκαιρία στον πρωτοεμφανιζόμενο τότε (1933) συγγραφέα να καταθέσει μια πυκνή «μελέτη» γενικότερα για την επαιτεία), δεν ανήκε στους ζωγράφους που, εναλλακτικά, τις βροχερές μέρες, πωλούσαν σπίρτα, όπως ο συνάδελφός του Bert, φίλος της Mary Poppins και δομική παρουσία των φερώνυμων μυθιστορημάτων (καθώς εμφανίζεται ήδη στο διήγημα του 1926, το οποίο αποτέλεσε το εναρκτήριο λάκτισμα για τη Σειρά των 8 βιβλίων που ακολούθησαν). Μπόζο και Μπερτ: ίχνη ενός «επαγγέλματος» και μιας ιστορικής στιγμής (το κεφάλι της βασίλισσας Ελισάβετ που ζωγραφίζει ο δεύτερος ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως). Τι είναι, όμως, ευρύτερα γνωστό για την P. L. Travers και την ηρωίδα της, πέραν της ταινίας του W. Disney, η οποία, ωστόσο, ποτέ δεν αντιπροσώπευσε καμία από τις δύο;

Η γλυκιά σαν ζαχαρωτό κινηματογραφική φιγούρα (όπως γράφει και η Emma Brockes στην «Guαrdian», 15.9.2015) προδίδει ανεπίτρεπτα τη χάρτινη, την αιχμηρή και, με τον δικό της ιδιάζοντα τρόπο, ανατρεπτική, που έπλασε η Αυστραλέζα Pamela Lyndon Travers (ψευδώνυμο), επιτυχημένη ηθοποιός, ποιήτρια (υπάρχουν υπέροχες ποιητικές στιγμές και στην αφήγηση των ιστοριών της) και δημοσιογράφος. Τουλάχιστον, χάρη στη βιογραφική ταινία «Saving Mr. Banks» (2013), η δυσαρέσκεια της συγγραφέως εξαιτίας της μεταμόρφωσης της M. Poppins σε ηρωίδα αγαθή και συναισθηματική, ή της εργοδότριάς της, Mrs. Banks, σε σουφραζέτα, κοινοποιήθηκε και αποκατέστησε εν μέρει, τον, ομολογουμένως εκνευριστικότατο ενίοτε, μυθιστορηματικό χαρακτήρα.

Η ίδια η συγγραφέας περιέγραφε το δημιούργημά της ως μια επαγγελματία οικιακή παιδονόμο, συχνά τυραννική και σχεδόν πάντοτε οξύθυμη, χωρίς αληθινή συμπόνια για τις τρυφερές ή αδύναμες υπάρξεις, αλλά ούτε και για τις κενοδοξίες των μεσοαστών. Οσο για την εμμονή της ηρωίδας με την εξωτερική της εμφάνιση, την οποία δεν χάνει ευκαιρία να καθρεφτίσει στις βιτρίνες από όπου περνά, η Βρετανίδα αρθρογράφος την αποδίδει στην πολύ ισχνή σύνδεση της Mary Poppins με τη γήινη πραγματικότητα· ωστόσο, μια «συνηθισμένη» μάγισσα δεν θα έλκυε εύκολα το ενδιαφέρον της Sylvia Plath ή του T.S. Eliot.

Παρακολουθώντας την επαναληπτικότητα συγκεκριμένων επεισοδίων στους ανά χείρας τρεις μεταφρασμένους τόμους (να μην παραλειφθεί εδώ μια επιβράβευση των αξιοπρόσεκτων δειγμάτων της γλωσσικής επιμέλειας, όπως η διατήρηση του «ν» στα αρσενικά άρθρα της αιτιατικής ή οι τόνοι στις μονοσύλλαβες λέξεις, όταν είναι απαραίτητοι, ή ακόμη και η συντακτική ορθότητα ειδικότερων περιπτώσεων), που μεταφέρουν στα καθ’ ημάς μια νέα έκδοση του πρωτοτύπου με τη συνολική φροντίδα της Βρετανίδας συγγραφέως και εικονογράφου Λορέν Τσάιλντ, συμπληρώνεται σταδιακά ένα «συμπαντικό» παζλ, το οποίο, ξεκινώντας από τους ιδιόρρυθμους συγγενείς και φίλες/φίλους της M. Poppins, καταλήγει να αποτυπώσει ως δικό της φυσικό χώρο τον αέρα, τη γη και τη θάλασσα ταυτόχρονα, με των οποίων τις/τους κατοίκους/υπάρξεις η ηρωίδα–πνεύμα συνεννοείται και συνεργάζεται, προκειμένου να «λειτουργεί» ο δικός μας κόσμος και οι οποίες/οποίοι την αναγνωρίζουν ως εξέχουσα ανάμεσά τους, λίγο πιο χαμηλά στην ιεραρχία από την προγονική νεροχελώνα, επί παραδείγματι, ή τη Βασιλική Κόμπρα ή ακόμη και τον Ηλιο! Είναι ένα απολύτως εξαιρετικό και εντελώς αναπάντεχο δείγμα παγανισμού σε ό,τι αφορά το αναγνωστικό κοινό των παιδικών βιβλίων (αν και η P.L. Travers δεν τα έγραψε για παιδιά), σημειώνει η Emma Brockes.

Μια μυθιστορηματική πορεία 54 ετών (το 1988, σε ηλικία 89 ετών, εξέδωσε η P.L. Travers το 8ο βιβλίο), παρότι (φριχτά) κακοπαθημένη από τις ντισνεϊκές αλλοιώσεις (αντίστοιχες βλάβες υπέστη και στις θεατρικές διασκευές), είναι φυσικό να επηρέασε εμφανώς ή αφανώς, συνειδητά ή υποσυνείδητα, τόσο τους παλαιότερους όσο και τους νεότερους συγγραφείς. Ετσι, όπως η P.L. Travers «οφείλει» (μαζί με αναρίθμητες/-ους ομότεχνές/-ούς της) στο «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» του Lewis Carroll, παρόμοια και το «Τα Χρονικά της Νάρνια» του C.S. Lewis ή τα «Harry Potter» της J.K. Rowling «οφείλουν» στη «Mary Poppins». Ενώ ταπεινότατα πλην, πιθανόν, υπαρκτά (και ως τέτοια πολύ σημαντικά) ψήγματα βιβλιακής μνήμης θα μπορούσαν να αλιευθούν, ασφαλώς, και σε ελληνικά (παιδικά) βιβλία, ακόμη και σύγχρονα. Πώς θα μπορούσε, φέρ’ ειπείν, να αποκλειστεί ότι η αφόρμηση για το τσάι με γεύση γαρίδας, στο βιβλίο του Αντ. Παπαθεοδούλου «Οι πιο ακραίοι θησαυροί», βρίσκεται στο θαλάσσιο πάρτι της «Πλημμυρίδας» ή, αντίστοιχα, η χρήση ανθρώπων ως παιχνιδιών από τα παιδιά μιας κοινωνίας αρκουδιών, στο πρόσφατο βιβλίο του Βαγγ. Ηλιόπουλου «Οικογένεια είμαστε»; Βλέπετε, στο ως άνω πάρτι της «Μαίρης Πόπινς» παρουσιάζεται (αν και σαφώς σαδιστικά εκεί) το ψάρεμα ανθρώπων από πεσκανδρίτσες ή, παρόμοια, στο πάρτι των Ζώων, το κλείσιμο των αργοπορημένων επισκεπτών του Ζωολογικού Κήπου σε κλουβιά.

Ο Μπόζο «ένιωθε κάποια ευχαρίστηση να σκέφτεται πως η ανθρώπινη κατάσταση δεν θα καλυτέρευε ποτέ». Το ίδιο δεν υπονοεί και η (βαθιά ειρωνική) P.L. Travers, όταν γράφει ότι η «Χαραμάδα» ανάμεσα στον πρώτο και στον δωδέκατο χτύπο του ρολογιού (που σημαίνει την αρχή μιας νέας χρονιάς) «είναι η ώρα και ο τόπος […] –η μόνη ώρα και ο μόνος τόπος–, όπου όλοι ζουν ευτυχισμένοι για πάντα»;