«Με ετούτα εδώ τα χέρια τα έκανα όλα. Και τα χωράφια και τις ελιές και τα παιδιά και τα κεντήματα και τα πλεκτά και τις δαντέλες».
Σε μια λουλουδιασμένη αυλή, σε ένα μικρό χωριό δίπλα στη θάλασσα, αργά τη νύχτα, η ηλικιωμένη γυναίκα διηγείται ιστορίες καθώς πλέκει και ξεπλέκει τα χέρια της – αυτά που της έδιναν μεροκάματο όταν ξεκίνησε έφηβη να μαζεύει σταφίδα κι ελιές κι όταν νύφη στα 20 της πήγε στο χωριό του άντρα της κι άρχισε η άλλη μάχη με τα θερμοκήπια και τους χειμώνες που ζητάγανε τις νύχτες να σηκωθείς μέσα στον παγετό για να ανάψεις τις σόμπες και να μη σου πεθάνουν τα φυτά. Κι η δεύτερη μάχη ταυτόχρονα – να φτιάξει ένα σπιτάκι. Κι η τρίτη μαζί – να αναστήσει παιδιά.
Ετούτα εδώ τα αργασμένα χέρια φτιάχνουν λεπταίσθητα τοπία με δύσκολες βελονιές – γυρίζεις τον κεντημένο κήπο από την ανάποδη και δεν την ξεχωρίζεις. Δεκαέξι χρώματα, δεκαέξι διαφορετικές βελόνες, νύχτες και μέρες από τη ζωή της επάνω στο τραπεζομάντιλο. Διηγούνται ιστορίες από έναν κόσμο που δύει και παίρνει μαζί του εποχές ανελέητες, αλλά ανθρώπους με έλεος – και τσίπα.
Μιλάνε επίσης για τον αγροτικό κόσμο και τη φροντίδα των γερόντων, για την εγκαταλελειμμένη επαρχία και τους νέους που αφήνουν τα ροζιασμένα χέρια μοναχά τους για να πετάξουν μακριά από την ανάγκη. Μιλάνε για τη θηλυκότητα και τη γυναικεία χειραφέτηση, για την υποταγή και την εξέγερση, για τη δημιουργία και την αυτοπραγμάτωση, Μιλάνε για τη σοφία της κάθε μέρας και τη μεγάλη τέχνη της επιβίωσης.
Ετούτα τα χέρια είναι πολιτική στην πιο βαθιά έκφρασή της – κι αυτά πρέπει να ξαναπιάσουμε με σεβασμό και ειλικρίνεια.
* Γιάννης Ρίτσος, «Καπνισμένο τσουκάλι»
