Από τη μια πλευρά μείωση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης των συνταξιούχων, αλλά ταυτόχρονα και επέκταση της περικοπής των συντάξεων χηρείας από το 75% της σύνταξης του θανόντος στο 35%, μετά το πέρας της τριετίας, και στον ιδιωτικό τομέα (όπου δεν εφαρμοζόταν μέχρι τώρα η ρύθμιση), εφόσον η σύζυγος εργάζεται, προανήγγειλε χθες ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων στους εκπροσώπους της Ανωτάτης Γενικής Συνομοσπονδίας Συνταξιούχων Ελλάδος (ΑΓΣΣΕ).
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, στην οποία από την πλευρά των συνταξιούχων συμμετείχαν ο πρόεδρος της Συνομοσπονδίας, Γιώργος Κουτσιμπογεώργος, και ο γενικός γραμματέας, Αντώνης Μπιρμπιλής, ο Αδωνις Γεωργιάδης ανακοίνωσε ότι οι δύο ρυθμίσεις θα συμπεριληφθούν στο σχέδιο νόμου που θα έρθει στη Βουλή το φθινόπωρο.
Αρνητική ήταν η απάντησή του στο μεγάλο πρόβλημα της κατάργησης διά της ενσωμάτωσης της «θετικής προσωπικής διαφοράς», αν και οι εκπρόσωποι της ΑΓΣΣΕ επέμειναν πως «ο θεσμός της προσωπικής διαφοράς που εισήχθη με τον νόμο 4387/2016 έχει δημιουργήσει τεράστιες αδικίες και απύθμενες ανισότητες στον χώρο των συνταξιούχων, ώστε να τους στερεί ακόμα και τις πενιχρές αυξήσεις που δόθηκαν από τις αρχές του 2023.
Οι συνταξιούχοι ζήτησαν ακόμη την πλήρη κατάργηση της εισφοράς υγειονομικής περίθαλψης 6% στην επικουρική σύνταξη, επικαλούμενοι τον προφανώς «άδικο και αντισυνταγματικό χαρακτήρα της επιβολής της, δεδομένου ότι ο θεσμός της επικουρικής ασφάλισης στηρίζεται στη διμερή σχέση εργοδότη – εργαζόμενου και δεν επιδέχεται κρατικής παρέμβασης». Επίσης στο υπόμνημα που υπέβαλαν περιλαμβάνεται το αίτημα για χορήγηση αυξήσεων για το έτος 2024 με βάση τον πληθωρισμό στο σύνολο των συνταξιούχων, τόσο στην κύρια όσο και στην επικουρική σύνταξη.
Αναφορικά με την ειδική εισφορά αλληλεγγύης συνταξιούχων, για την οποία ο κ. Γεωργιάδης δεσμεύτηκε ότι θα υπάρξει μείωση, η ΑΓΣΣΕ ζήτησε την κατάργησή της, «καθότι ύστερα από 13 και πλέον έτη επιβολής της, αφενός μεν έπαψε να επιτελεί τον σκοπό για τον οποίο αρχικώς θεσπίστηκε, αφετέρου δε, είναι πανθομολογουμένως γνωστό ότι αποτελεί (ανεπίτρεπτα) έμμεσο μηχανισμό φορολόγησης».
