ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι αλήθεια πως στους ανθρώπους αρέσουν οι θεοί και οι απαγορεύσεις. Η έννοια της αυτόνομης και ελεύθερης, δίχως κατασκευαστή, ύπαρξής μας φαντάζει απαιτητική. Τι σημαίνει απόλυτη ελευθερία; Τι σημαίνει πως δεν υπάρχει ένα θεός πάνω από το κεφάλι μας; Σημαίνει κυρίως πως είμαστε υπεύθυνοι για τον εαυτό μας και τις πράξεις μας.

Παρατηρώ με ενδιαφέρον την προσέλευση ανθρώπων, μέσα στον καυτό ήλιο του ελληνικού θέρους, στα ξωκλήσια των νησιών, στα ριζά και στα ψηλά των βουνών. Οι περισσότεροι, τουρίστες και μη, πιστεύουν πως εκεί θα έρθουν πιο κοντά στον Θεό. Κοντά σε μια ανώτερη ύπαρξη που μοιάζει μακριά από τις διεφθαρμένες υποθέσεις των αποστόλων-κληρικών του στη Γη.

Η κατά Πιερ Ζουρντ «συνθήκη της πίστης» λέει πως μπορούμε να λάβουμε υπόψη μας την υπόθεση του Θεού και να πάρουμε την απόφαση να πιστεύουμε, έχοντας βέβαια στο μυαλό μας ότι είναι αδύνατον να αποδειχτεί η ύπαρξή του. Αυτή ήταν και η θέση του Πασκάλ, ο οποίος ήταν βαθύτατα θρήσκος: Η πίστη στον Θεό είναι ένα στοίχημα. Ναι, σκέφτομαι, καθώς παρακολουθώ δεκάδες ανθρώπους να ανεβαίνουν μες στο λιοπύρι τα χίλια σκαλιά για να φτάσουν την ιερή μονή. Υπάρχουν βέβαια και οι άλλοι που πιστεύουν πως εκεί ψηλά, αντικρίζοντας το απέραντο γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, έρχονται πιο κοντά όχι στον Θεό αλλά στον εαυτό τους.

Οι ψυχαναλυτές πάλι, δικοί μας και ξένοι, διαφοροποιούνται σύμφωνα με τρία ρεύματα – του Φρόιντ, του Γιουνγκ, του Λακάν, που ξεκινούν από μια διαφορετική καταγωγή: ιουδαϊκή, προτεσταντική, καθολική, αντιστοίχως. Και ενώ όλοι κρίνουν και επικρίνουν τις θρησκείες του σύγχρονου κόσμου μας, στο τέλος καταλήγουν πως στον ανθρώπινο ψυχισμό ενυπάρχει η ανάγκη για «θρησκευτικότητα».

Εχω δει πολλές φορές τη θέα από ένα μοναστήρι που κοιτά στα άγρια απάτητα δάση, αλλά και από ένα άλλο που κοιτά το βάθος του νερού. Η σιωπή είναι αυτή που πλημμυρίζει τα πάντα. Μήπως αυτό είναι τελικά που ψάχνουμε; Μήπως αυτό λείπει από τη σύγχρονη πολύβουη καθημερινότητά μας; Μήπως εκείνη την ώρα της σιωπής γινόμαστε εμείς «θεοί και το κορμί μας ναός»;

Ή μήπως είχε δίκιο ο Σαραντάρης όταν έγραφε πως «ο Θεός ουρανός μας δεν μιλάει στην ψυχή απ’ έναν καιρό άχρωμο και βουερό που απιθώσαμε σε μια λησμονημένη λίμνη του σύμπαντος που από τα χρόνια κι απ’ το φάγωμα της σιωπής θάγινε βέβαια στείρα». Αυτό που βέβαια θα πρέπει να μένει στον κάθε επισκέπτη ενός τέτοιου μικρού ή μεγάλου ναού, δεν είναι το πώς ανέβηκε ώς εκεί, πόσα σκαλιά χρειάστηκε να μετρήσει, αλλά το πώς κατέβηκε. Ελάφρυνε κάπως η ψυχή του από τα βάρη; Του μίλησε άραγε κάποιος θεός; Κι αν ναι, τον άκουσε; Θα κουβαλήσει λίγο από το βάρος της ύπαρξής μας αφού ελεύθεροι δεν μπορούμε να ζήσουμε;